Το ριζικό του Βασίλη Χρηστίδη θα μπορούσε να είναι ποτισμένο απ' το υγρό στοιχεία. Θα ήταν ένας άριστος κολυμβητής, αν δεν επέλεγε το άθλημα του μπάσκετ.

Κάποια στιγμή, βαρέθηκε να μετράει... πλακάκια στην πισίνα και είπε «ορθά-κοφτά» στον πατέρα του πως ήρθε ο καιιρός για να παίξει μπάσκετ. 

Εκείνη η μικρή μπασκέτα στο σπίτι του, η οποία υπάρχει ακόμα και θα υπάρχει για πάντα, ήταν αρκετά μεγάλη για να του γεννήσει όνειρα.

Μαζί με αυτή σκάρωνε κάθε φανταστικό σενάριο. Η μπάλα στα χέρια του, ο χρόνος μετράει αντίστροφα και...  3...2...1, ο Χρηστίδης σκοράρει και δίνει τη νίκη!

Για τα δύο χρυσά μετάλλια το 2015 και το 2017: «Αυτό που θυμάμαι είναι ότι όλοι μας, ανεξαρτήτου θέσης στην ομάδα ή ανεξαρτήτου αν έπαιζε κάποιος τριάντα ή πέντε λεπτά, θέλαμε να κάνουμε κάτι καλό. Τι ακριβώς θα γινόταν τότε, δεν το ξέραμε. Ήμασταν πάρα πολύ τυχεροί και ευλογημένοι που φέραμε δύο χρυσά μετάλλια. Ήταν κάτι πάρα πολύ όμορφο γιατί και τα δύο ήταν στη χώρα μας, οπότε το ζήσαμε και με τον κόσμο. Ήταν μαζί μας και στο Βόλο και στο Ηράκλειο, τα γήπεδα ήταν γεμάτα. Δεν σταματήσαμε ποτέ να πιστεύουμε σε αυτό που υπήρχε».

Για το συμβόλαιο με τον Άρη στην ηλικία των 18: «Όταν έρχεται η ομάδα του Άρη,  με κόσμο, με ιστορία και σου λέει ότι θέλει να ενταχθείς στο σύνολό της, είναι απίστευτο.

Όλοι γνωρίζουμε την ιστορία του Άρη, τι έχει πετύχει στο παρελθόν. Για μένα ήταν πάρα πολύ μεγάλο σχολείο εκείνες οι χρονιές, γιατί όντας δεκαεπτά, δεκαοχτώ χρόνων ήμουν τυχερός που είχα κάποιους συμπαίκτες μεγαλύτερους σε ηλικία.

Ήταν ο Βασίλης Σίμτσακ, ο Βασίλης Ξανθόπουλος, ο Σπύρος Μούρτος, ο Μιχάλης Πελεκάνος ατην πρώτη μου χρονιά, οι οποίοι με βοήθησαν πάρα πάρα στο να καταλάβω τι σημαίνει επαγγελματική ομάδα, τι σημαίνει “λειτουργώ κάτω από μια ρουτίνα”, πώς είναι οι επαγγελματίες παίκτες, πως λειτουργεί το σύνολο».

Για τον Ολυμπιακό και την αναπτυξιακή ομάδα του Ολυμπιακού: «Έζησα και την ομάδα της Ευρωλίγκας, γιατί έκανα και προπονήσεις με τους μεγάλους και με την Αναπτυξιακή ομάδα. Για μένα το πρώτο σοκ ήταν όταν μπήκα στα αποδυτήρια και είδα Σπανούλη, Πρίντεζη, Παπανικολάου, Σλούκα και- αναρωτήθηκα “τι κάνω εγώ εδώ;”!

Ήταν μία πάρα πολύ ωραία διαδικασία για όσους παίξαμε αυτούς τους αγώνες, που προσπαθήσαμε να ξαναφέρουμε τον Ολυμπιακό στην πρώτη κατηγορία. Οι άνθρωποι τριγύρω από την Ανατπυξιακή ομάδα ήθελαν να δίνουμε τον καλύτερό μας εαυτό, να δουλεύουμε σκληρά, να ακούμε τους προπονητές μας και μέσα από αυτό θα ερχόντουσαν οι νίκες και το αποτέλεσμα, έτσι ώστε η ομάδα να ξαναβρεθεί στην πρώτη κατηγορία.

Οπότε και εμείς καταλάβαμε πού βρισκόμασταν, καταλάβαμε τι φανέλα που φορούσαμε, ποια ευθύνη είχαμε, γιατί ο κόσμος του Ολυμπιακού ήταν δίπλα μας και μας στήριξε πάρα πολύ».

Για την επιλογή του Κολοσσού: «Κατά κύριο λόγο αυτό που με έκανε να έρθω στον Κολοσσό ήταν η προσέγγιση του προπονητή, του Άρη Λυκογιάννη, ο τρόπος που έδειξε ότι με ήθελε και γνωρίζοντας το περιβάλλον, έκανε πολύ εύκολη την απόφασή μου».

Τι θα γινόταν, αν δεν έπαιζε μπάσκετ: «Πολλοί άνθρωποι τριγύρω μου, κοντινοί μου, που με γνωρίζουν, θεωρούσαν ότι θα ήμουν δάσκαλος. Πλέον στη ζωή μου τώρα, μου αρέσει ό,τι έχει να κάνει σχέση με το μάρκετινγκ. Είναι ένα κομμάτι, το οποίο το θεωρώ πολύ δημιουργικό και πολύ όμορφο. Δεν ταιριάζει στο χαρακτήρα μου να γίνω προπονητής. Βέβαια “ποτέ μην λες ποτέ”».