Ο ίδιος αναφέρεται στην ετοιμότητα της ομάδας από τα Επτάνησα να διεκδικήσει την καθιέρωσή της στη μεγάλη κατηγορία, επιστρέφοντας δέκα χρόνια μετά την πρώτη της παρουσία, όταν εκείνος μάλιστα αγωνιζόταν στο σύλλογο, στην τότε τελευταία χρονιά της μακράς του καριέρας.
Ανοίγει, όμως, την καρδιά του και για πολλά άλλα θέματα, όπως η αρχή του στο μπάσκετ, που ξεκίνησε από τα κοντέινερ που σφράγιζε στο λιμάνι και τις πρώτες του εμπειρίες, χωρίς πόρους, στον Αλιμο, οι μεγάλοι σταθμοί της πορείας του, η προοπτική να γίνει σημαία του Αρη, που όμως δεν έγινε πράξη, η τιμή της κλήσης στην Εθνική, η εμπειρία στην Ιταλία που τον άλλαξε σαν άνθρωπο και αθλητή, οι προπονητές που τον επηρέασαν, για να ανταποκριθεί αργότερα στην πρόκληση του Ολυμπιακού, και όλες οι δυσκολίες, μέχρι να φτάσει αρκετά σίγουρος, πια, να βρίσκεται μεταξύ όσων καθοδηγούν το διοικητικό «τιμόνι» της Δόξας.
Πού βρίσκεται η ομάδα στο αγωνιστικό κομμάτι και τι συμβαίνει τελικά με το γηπεδικό ζήτημα, λίγο πριν από τον πρώτο επίσημο αγώνα με τον Προμηθέα;
Η ομάδα βρίσκεται αγωνιστικά σε ένα πολύ καλό επίπεδο. Είχαμε κι εμείς τα θέματά μας με τραυματισμούς στη διάρκεια της προετοιμασίας, όμως προχωρήσαμε και πλέον βρισκόμαστε σε ένα καλό σημείο, είμαστε πεινασμένοι για να κάνουμε το καλύτερο δυνατό.
Η αίσθηση στη Λευκάδα ποια είναι δέκα χρόνια μετά την προηγούμενη παρουσία σας; Υπήρχε μεγαλύτερη ετοιμότητα, για να αγωνιστείτε στην Stoiximan GBL;
Την προηγούμενη φορά, η ομάδα είχε πάρει την άνοδο μέσω wild card και είχε πολύ μικρό περιθώριο να ετοιμαστεί, αγωνιστικά και εξωαγωνιστικά. Μέσα σε 15 μέρες έπρεπε να στηθεί μια ομάδα και να ετοιμαστεί ένα γήπεδο. Θυμάμαι παραμονή του αγώνα με τον ΠΑΟΚ να δουλεύουν έως τις 4 το πρωί, για να μπουν τα τελευταία καθίσματα, ενώ στις 5 το απόγευμα είχαμε παιχνίδι. Είχε στηθεί, όμως, ένα πολύ ωραίο γήπεδο και είχαμε κερδίσει κιόλας στην πρεμιέρα. Το διάστημα, που είχαμε αυτή την φορά, ήταν περισσότερο. Ξεπεράστηκαν κάποια γραφειοκρατικά θέματα και, πλέον, το γήπεδο είναι έτοιμο να υποδεχθεί όχι μόνο αγώνες στην GBL, αλλά και γενικά σημαντικές διοργανώσεις. Ολα θα είναι καινούργια, ο κόσμος της Λευκάδας δε θα απολαύσει απλά ένα μπασκετικό θέαμα, αλλά θα ευχαριστηθεί και το γήπεδο.
Ο κόσμος της Λευκάδας, όσο περνούσε ο καιρός, ανταποκρινόταν όλο και περισσότερο στην ανοδική σας πορεία. Ποια είναι αυτή τη στιγμή η επαφή με τον κόσμο; Συζητάτε μαζί του εν όψει του πρώτου εντός έδρας αγώνα με τον Προμηθέα;
Ο κόσμος αγκάλιασε την προσπάθεια από πέρυσι, βρέθηκε κοντά στην ομάδα και έκανε sold out στο γήπεδο σε αρκετά παιχνίδι. Του άρεσε αυτό που είδε αγωνιστικά, η ομάδα αυτή ενώνει την τοπική κοινωνία στο σύνολό της, κι αυτό έχει δεθεί πιο στενά αυτή τη σεζόν και αποτυπώνεται στη «δίψα», που έχει ο κόσμος για τα εισιτήρια. Οι πωλήσεις των διαρκείας έχουν πάει και καλύτερα από αυτό, που περιμέναμε, έχουμε σκεφτεί να βγάλουμε περισσότερα και υπάρχει ανυπομονησία για το πρώτο εντός έδρας παιχνίδι μας. Οσοι έρθουν στο γήπεδο, θα δουν κάτι πολύ όμορφο αγωνιστικά και εξωαγωνιστικά.
Εχουμε δει ομάδες, που ανεβαίνουν από τις εθνικές κατηγορίες, να μην εμπιστεύονται εύκολα τον προπονητή, που τις οδήγησε σε αυτό το σημείο. Η Δόξα, όμως, εμπιστεύτηκε τον Θοδωρή Τερζή. Ποια ήταν η σκέψη σας αγωνιστικά στο σύνολο;
Υπάρχουν ομάδες, που πράγματι δεν το έχουν κάνει, αλλά γιατί να μην εμπιστευτείς τον προπονητή, που σε έφερε σε αυτό το σημείο και να μην πάρει τα εύσημα, που του αξίζουν; Οσοι παίρνουν τις αποφάσεις αυτές, βέβαια, θα έχουν τους λόγους τους. Εμείς εμπιστευτήκαμε τον κόουτς Τερζή, με βάση όσα έκανε την περσινή χρονιά. Υπάρχει η σκέψη, ότι κάποιος μπορεί να μην είναι έτοιμος για αυτό το επίπεδο, αλλά και ποιος το κρίνει αυτό; Τι πρέπει να κάνει ένας προπονητής νέος, για να πείσει ότι αξίζει να πάρει μια δουλειά; Ολο αυτό το σκεπτικό έχει αλλάξει στο εξωτερικό, πολλές ομάδες, με βάση μια τάση από το ΝΒΑ, να εμπιστεύονται πια νέους προπονητές. Εμείς δε θα πω ακριβώς, ότι ακολουθήσαμε την τάση, αλλά επειδή έχει τύχει να συνεργαστώ και να υπάρξω αντίπαλος του κόουτς Τερζή, θεωρώ ότι είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να κάνει τη δουλειά.
Αναφορικά με τους παίκτες, κάθε προπονητής θέλει να φέρνει τους παίκτες, που ταιριάζουν σε αυτό που θέλει να παίξει. Οσοι βρέθηκαν στην κουλτούρα, που είχαμε από πέρυσι, σε ένα βαθμό συνέχισαν και φροντίσαμε να βρούμε παιδιά με παρόμοιο τρόπο σκέψης. Θέλαμε να βρούμε παιδιά διψασμένα, που ήθελαν να πάνε ένα βήμα παραπέρα στην καριέρα τους.
Μίλησέ μας για το ρόλο σου στη Δόξα Λευκάδας, από το σορτσάκι του παίκτη και την φόρμα του προπονητή, στο κοστούμι του παράγοντα.
Ο ρόλος μου αυτή την χρονιά είναι να βρίσκομαι στη θέση του GM της Δόξας Λευκάδας. Το σκεφτόμουν πολύ καιρό και από τότε, που σταμάτησα το μπάσκετ κι έβγαλα το σορτσάκι του αθλητή. Σκεφτόμουν αν θα γινόμουν προπονητής, ή κάτι άλλο, τελειώνοντας στη Δόξα. Η πρώτη σκέψη ήταν να γίνω GM σε ομάδα της Stoiximan GBL, κάτι που συζήτησα, χωρίς να προχωρήσει η συγκεκριμένη περίπτωση. Εκεί προέκυψε ο Ολυμπιακός, ο οποίος μου έδωσε την ευκαιρία να μάθω, τόσο το προπονητικό όσο και το διοικητικό κομμάτι, αναλαμβάνοντας το ρόλο του διευθυντή της Ακαδημίας. Ηταν κάτι που σκεφτόμουν, με το μπάσκετ να μην έχει περάσει επιφανειακά από πάνω μου. Αντιθέτως, το έζησα, το μελέτησα, το πέρασα βαθιά και είδα, ότι μου άρεσε η διοικητική πλευρά του αθλητισμού.
Φαίνεται, ότι ήταν προϊόν σκέψης η απόφασή σου. Στην περίπτωση της Δόξας, υπήρξε και ένα συναισθηματικό κομμάτι που σε επηρέασε, αποτελώντας την τελευταία ομάδα της καριέρας σου;
Είναι προϊόν σκέψης και σχετικής προετοιμασίας. Για να περάσω στο ρόλο του προπονητή από αυτόν του αθλητή, και πλέον στο διοικητικό κομμάτι, σκεφτόμουν ότι το αγωνιστικό δεν φτάνει και πρέπει να εξελιχθώ, να σπουδάσω, να διαβάσω, να αποκτήσω εμπειρίες και να ανοίξουν οι ορίζοντές μου. Αυτό ήταν, που με ετοίμασε για μια τέτοια σκέψη. Δεν είναι εύκολο να διοικήσεις και να πάρεις αποφάσεις. Πρέπει, εκτός από εμπειρία, να έχεις και γνώση, για να ετοιμαστείς στο μέγιστο επίπεδο. Στο συναισθηματικό κομμάτι, που με ρώτησες, οπωσδήποτε υπάρχει γιατί πέρασα τρία υπέροχα χρόνια στη Δόξα, με αποκορύφωμα τη συμμετοχή στην GBL, αποκτώνταε φιλίες και μια επικοινωνία, που κράτησαν και όταν σταμάτησα. Είχαμε επαφές, ανταλλάζαμε απόψεις και μέναμε πάντα κοντά.
Υπάρχουν εμπειρίες σου, ως αθλητής και ως προπονητής, που θα ήθελες να μεταφέρεις σε αυτή την νέα θέση;
Παίζοντας όλα αυτά τα χρόνια σε κορυφαίο επίπεδο, αποκόμισα σπουδαίες εμπειρίες. Το σημαντικότερο νομίζω, ότι είναι η διαχείριση των δύσκολων καταστάσεων, που πρέπει να είναι πιο λεπτομερής και προσεκτική σε σύγκριση με τις ευχάριστες στιγμές. Στον επαγγελματικό αθλητισμό, τα «σύννεφα» και οι κρίσεις θα χτυπήσουν μια ομάδα τρεις φορές, ή και παραπάνω, σε μια σεζόν. Οσοι είναι σε κρίσιμες θέσεις, κυρίως η διοίκηση και ο προπονητής, πρέπει να έχουν την ικανότητα να βγάλουν την ομάδα από το «τούνελ». Η διαχείριση της νίκης και της ήττας είναι κομμάτια, που προσωπικά κουβαλάω και μπορώ να μεταφέρω στον νέο ρόλο. Η εμπειρία μου, επίσης, στη μετάβαση στον ταυτόχρονο αγωνιστικό και διοικητικό ρόλο στον Ολυμπιακό, με βοήθησε πολυεπίπεδα. Πήραν πολλά πράγματα προπονητικά, ως πρώτος προπονητής και παρακολουθώντας όσα έκαναν στην ανδρική ομάδα προπονητές, όπως ο Μπλατ και ο Μπαρτζώκας, βλέποντας πώς αντιδρούν και τι κάνουν, έχοντας ταυτόχρονα στο μυαλό μου το πώς διαχειρίζονταν τα διοικητικά στελέχη κάθε κατάσταση, σκεπτόμενος πώς θα τις διαχειριζόμουν κι εγώ. Ολα αυτά, τα κουβαλάω στο σάκο μου.
Πόσο μεγάλη ευκαιρία ήταν για σένα η ανάληψη των καθηκόντων της αναπτυξιακής ομάδας του Ολυμπιακού, της ομάδας που παρουσιάστηκε στην Elite League, έχοντας δύο διαφορετικούς ρόλους, και με βασική ευθύνη να βρεθεί αγωνιστικά η ομάδα στην Stoiximan GBL;
Οταν έγινε αυτό, ρωτήθηκα αν είμαι σύμφωνος να αναλάβω αυτή την ομάδα. Προσωπικά, δε μου αρέσει να κάνω πίσω, το είδα σαν πρόκληση και είμαι ανοικτός σε κάθε πρόκληση από οποιοδήποτε πόστο. Μου αρέσουν τα δύσκολα, εγώ είδα την ομορφιά σε αυτό το εγχείρημα. Ειδικά την πρώτη χρονιά, με όσα είχαν γίνει και κουβαλώντας ένα -6, με υποχρέωση να επανέλθει άμεσα και να καλύψει το έδαφος, σε ένα δύσκολο πρωτάθλημα με έμπειρους αθλητές και γνωρίζουν πώς να παίξουν το παιχνίδι, έπρεπε να καθοδηγώ τους νεαρούς αθλητές του Ολυμπιακού και να γίνομαι ο μέντοράς τους. Ηταν ένα κομμάτι δύσκολο, που εμπεριείχε μια σπουδαία πρόκληση, αλλά θεωρώ ότι στο τέλος με έκανε καλύτερο άνθρωπο και προπονητή.
Για έναν άνθρωπο γεννημένο σε αυτές τις περιοχές, είχε επιπλέον αξία να καθοδηγήσεις τον Ολυμπιακό;
Εχω γεννηθεί κι έχω μεγαλώσει στον Πειραιά. Είμαι ουσιαστικά… παιδί του λιμανιού, γιατί δούλευα εκεί. Με έπαιρνε ο πατέρας μου στα γραφεία, που ήταν πέριξ του λιμανιού, μαθαίνοντας πώς δουλεύει αυτός ο κόσμος. Οντας από αυτά τα μέρη, προέκυψε μια επιπλέον επιθυμία να αποτελέσω μέρος αυτού του πρότζεκτ, που τελείωσε επιτυχώς.
Μιας και αναφέρθηκες στο ότι ο πατέρας σου σε πήγαινε στις δουλειές στο λιμάνι, πώς δεν έμεινες εκεί και αποφάσισες να ασχοληθείς με το μπάσκετ;
Μεγάλωσα στον Πειραιά τη δεκαετία του 1990, βλέποντας τότε τον Ολυμπιακό να έχει πολύ καλές ομάδες και να παίρνει ξανά τίτλους. Εμπαινα μες στο γήπεδο κι έλεγα, ότι ήθελα να παίξω μπάσκετ, να φτάσω στο υψηλότερο επίπεδο και να γίνω σαν εκείνους, που θαύμαζα. Ταυτόχρονα, έπρεπε να μάθω και τη ζωή. Χρωστάω πολλά στην οικογένειά μου, έπρεπε 13-14 ετών να σκαρφαλώνω σε κοντέινερ 30 μέτρων, για να το σφραγίζω. Πήρα πολλά μαθήματα ζωής από τη δουλειά και έπρεπε να βρω έναν τρόπο να φτιάξω τη ζωή μου. Ηθελα να την φτιάξω μέσα από το μπάσκετ, επομένως άφησα με αυτό τον τρόπο τον κόσμο των σπουδών, των ναυτιλιακών και όλο αυτό το δρόμο, επιθυμώντας να δώσω όσα είχα, για να πετύχω στο μπάσκετ.
Κι αφού έδωσες τα πάντα για να πετύχεις, κάνεις τα πρώτα σου σημαντικά βήματα στον Αλιμο και πραγματοποιείς μια πορεία σε ομάδες με ιστορία στο άθλημα στην αρχή. Ηταν μέρος της προσέγγισής σου να πηγαίνεις σε τέτοιες ομάδες με απαιτήσεις;
Ηταν το όνειρό μου. Φεύγοντας από τα Δραπετσώνα για τον Αλιμο, σκεφτόμουν πως, αν υπήρχε διαγωνισμός δυσκολίας, θα τον κέρδιζα… άνετα με τις δυσκολίες, που έχω περάσει. Δεν έχει έρθει τίποτα εύκολα.
Υπάρχει κάτι, που θα μπορούσες να μοιραστείς από τις δυσκολίες;
Θυμάμαι τις εποχές στον Αλιμο, όπου δεν υπήρχαν χρήματα κι έπρεπε να φεύγεις από τον Πειραιά για να φτάσεις εκεί. Είχα αποφασίσει, όμως, να παίξω μπάσκετ και, για να τα καταφέρω, έκανα θυσίες. Θυμόμουν να κοιμάμαι στο γήπεδο, σε πάγκους, και ήταν μέρος του στοιχήματος, που είχα βάλει με τον εαυτό μου. Οι δυσκολίες αυτές, στο αθλητικό κομμάτι, δεν ήταν λίγες για μένα. Θυμάμαι να παίζω καλά στην ομάδα του Αλίμου και να μη με αφήνει, όταν ήθελα να πάρω μεταγραφή στην Α1, ενώ μια άλλη φορά με άφηνε και… το πήρε πίσω. Πήγα στο Περιστέρι ενθουσιασμένος, ότι θα έπαιζα στην Α1, κι ένα μήνα μετά αποφασίστηκε να παίξει η ομάδα στην Α2. Υστερα πήγα στον Πανελλήνιο, με δύσκολη αρχή, συνεχίζοντας όμως στον Αρη. Πηγαίνοντας στον Αρη, φορώντας την φανέλα του και παίζοντας μπροστά σε αυτό τον κόσμο στο Αλεξάνδρειο, σκεφτόμουν ότι επιτέλους τα κατάφερα, χωρίς όμως να σταματάω να προσπαθώ να είμαι καλύτερος.
Αγωνίστηκες σε έναν δυνατό Αρη, που αγωνιζόταν ακόμη σε υψηλό επίπεδο, και ήσουν ένας Ελληνας που ξεχώρισε στην ομάδα. Την ίδια περίοδο κλήθηκες και στην Εθνική Ανδρών. Πώς αισθάνθηκες;
Ηταν κάτι που περίμενα, γιατί για αυτές τις στιγμές δούλευα. Περνούσα ώρες μες στο γήπεδο, περιμένοντας αυτές τις στιγμές. Ενιωθα δικαιωμένος, που όλες αυτές οι ώρες δουλειάς στο γήπεδο έπιαναν τόπο. Δεν ήμουν, φυσικά, μόνος μου, είχα και κόσμο από το οικογενειακό περιβάλλον, καθώς και προπονητές, που με στήριζαν. Πάντα, όμως, ήθελα την πρόκληση, θυμάμαι να λένε ότι στον Αρη δε θα τα κατάφερνα, αλλά μπήκα μέσα για να δείξω, ότι μπορώ να πετύχω. Αργότερα, ήρθε η τιμή της Εθνικής και αν ήμουν λίγο πιο τυχερός και ικανός, θα μπορούσα να παίξω σε τελική φάση διοργάνωσης, στους Ολυμπιακούς Αγώνες ή το Ευρωμπάσκετ. Δεν τα κατάφερα, αλλά η προσπάθεια πάντα συνεχιζόταν, ο αγώνας στον επαγγελματικό αθλητισμό δε σταματά ποτέ. Το παρόν και το μέλλον είναι, που μετράνε.
Στον Αρη, τότε, υπήρχε η αίσθηση πως θα μπορούσες να μείνεις παραπάνω και να γίνεις ένα πρόσωπο του Αρη. Πώς προέκυψε, όμως, να αποχωρήσεις, πηγαίνοντας σε άλλες ελληνικές ομάδες και στην Ιταλία;
Γυρίζοντας τον χρόνο πίσω, δεν είμαι σίγουρος ότι θα έκανα τις ίδιες επιλογές. Το να έχεις την ευκαιρία να γίνεσαι σημαία σε ένα σύλλογο, σαν τον Αρη, θα ήταν υπέροχο. Υπήρχε μια πολύ καλή σχέση, αλλά υπήρχε και διαφωνία στο επαγγελματικό κομμάτι. Την χρονιά που έφυγα και πήγα στην Ιταλία, βρέθηκα τρεις φορές κοντά στο να γυρίσω ξανά. Δεν έγινε πράξη η επιστροφή, πήγα δύο χρόνια στην Ιταλία και γύρισα το 2012.
Τι κράτησες περισσότερο και από ποια ομάδα στην Ιταλία;
Η χώρα αυτή με άλλαξε σαν άνθρωπο. Γνώρισα κόσμο καινούργιο, μια νέα κουλτούρα, όπως και τρόπους αντιμετώπισης καταστάσεων. Στην Ιταλία κατάλαβα, ότι δεν υπάρχει σωστό και λάθος στο μπάσκετ. Φεύγοντας από την Ελλάδα είχα στον νου μου το πρότυπο ενός προπονητή, που πρέπει να είναι αυστηρός και να φωνάζει, αλλά στην Ιταλία γνώρισα άλλους τρόπους προσέγγισης. Μου ταιριάζει το μοντέλο προπονητή, που είναι απαιτητικός χωρίς να χρειάζεται απαραίτητα να φωνάζει. Ενα τέτοιο παράδειγμα ήταν ο Ρομέο Σακέτι, που ήξερε να παίρνει τα πάντα από τους παίκτες του, χωρίς να φωνάζει και να γίνεται πολύ αυστηρός, με τον χαρακτήρα και την ιδιοσυγκρασία του. Η Σάσαρι έπαιξε στην Ευρωλίγκα και πήρε εγχώριους τίτλους, ενώ ο Σακέτι έφτασε και στην Εθνική Ιταλίας. Υπάρχουν πολλοί δρόμοι και διαλέγεις αυτόν, που σου ταιριάζει περισσότερο.
Πόσο διαφορετική κουλτούρα έχει πια η Ιταλία; Υποτίθεται ότι σε σημαντικό βαθμό ταιριάζουμε ως λαοί.
Η πρώτη φορά που πήγα εκεί, ήταν στο camp του Τρεβίζο το 2004, ήμουν μικρός. Μου άρεσε πολύ η χώρα, ενώ σαν παίκτης πήγα στην Νάπολι, μετά την αποχώρηση από τον Αρη. Ο Νότος της Ιταλίας είναι πολύ κοντά στην Ελλάδα, σε συμπεριφορά και ιδιοσυγκρασία, γνώρισα καλοσυνάτους και γλεντζέδες ανθρώπους. Στη Βόρεια Ιταλία είναι πιο κοντά σε μια κεντροευρωπαϊκή νοοτροπία.
Μιας και είπες όλα αυτά για τον κόουτς Σακέτι σε όσα σου έδωσε, στην Ελλάδα ποίου τα διδάγματα και ο τρόπος προσέγγισης σε άγγιξαν και σου έμαθαν πράγματα;
Μακράν του δεύτερου, ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Αργύρης Πεδουλάκης στον Πανελλήνιο. Ο κόουτς Πεδολάκης με άγγιζε με τον τρόπο που με αντιμετώπιζε, ήξερε τι έπρεπε να κάνει, για να με ενεργοποιήσει και να πάρει όσα θέλει στο γήπεδο. Με πείραζε πολλές φορές και μου έλεγε «εσύ δεν είσαι από τη Δραπετσώνα», για να με πειράξει και να δει την αντίδρασή μου. Ηξερε ότι θα το πάρω προσωπικά, θυμάμαι χαρακτηριστικά σε ένα ματς πριν από τα playoffs με την ΑΕΚ στο Γαλάτσι, προτού ξεκινήσει το ματς, να βγαίνουμε όλοι και να μου λέει «να σε δω σήμερα». Του απάντησα «θα δεις», στα πρώτα τρία λεπτά αποβάλλεται και, φεύγοντας, εκεί που δίνει οδηγίες, με κοιτάζει χωρίς να πει κάτι. Τελείωσα το ματς με έξι τρίποντα, δεν κερδίσαμε εκείνο το ματς, αλλά πραγματοποιήσαμε μια πολύ καλή χρονιά μέχρι τα playoffs. Πήρα πράγματα από όλους τους προπονητές μου, άμεσα ή έμμεσα. Καθένας προσπάθησε να με βοηθήσει με τον τρόπο του, αγωνιστικά και με τα δικά τους μαθήματα ζωής. Αυτό, που πάντα ήθελα να κάνω, ήταν να δω τι μπορούσα να πάρω περισσότερο από τον εκάστοτε προπονητή, σκεπτόμενος το τι ήθελε να πετύχει ο καθένας. Εχω αδικήσει προπονητές στο μυαλό μου, και σκέφτηκα ότι είχαν δίκιο για όσα μου έλεγαν, όταν σταμάτησα κι έγινα επίσης προπονητής. Ολοι είχαν πολύ θετικό αντίκτυπο πάνω μου και από όλους πήρα κάτι. Υπήρχαν και ορισμένοι, με τους οποίους υπήρξαν διαφωνίες, αλλά πήρα τα μαθήματά μου.
Κάνουμε εδώ και χρόνια μια μεγάλη κουβέντα για τους σουτέρ στην χώρα μας και το κατά πόσο τους δίνεται η ευκαιρία στην ατομική πρωτοβουλία. Ως σουτέρ εσύ στο παρελθόν, τι πιστεύεις; Ποιες θα μπορούσαν να είναι οι προσαρμογές στην προσέγγισή μας στο παιχνίδι;
Υπάρχει, όντως, μια άποψη ότι στην Ελλάδα δε βγάζουμε σουτέρ, όπως το κάναμε πριν. Παλιότερα, παίρναμε μια μπάλα και σουτάραμε σε μια μπασκέτα, ενώ αν ήμασταν μόνοι μας, παίρναμε οι ίδιοι το ριμπάουντ ή δουλεύαμε μόνοι μας την ντρίμπλα. Τα παιδιά, στις μέρες μας, επικεντρώνονται στις τεχνικές τους και την τακτική, πράγματα σημαντικά, που όμως πρέπει να συνυπάρχουν με τα βασικά, όπως το να μάθεις να σουτάρεις, να ντριμπλάρεις, να κάνεις λέι απ, floater και πολλά ακόμη. Πρέπει να αφιερώνουμε περισσότερο χρόνο στο να μάθουμε να προπονούμαστε πάνω σε αυτό το κομμάτι, ακόμη κι αν είμαστε μόνοι μας. Είχα μάθε την ιστορία του Ντράζεν Πέτροβιτς, που σούταρε ασταμάτητα για να γίνει αυτός, που έγινε, αποφασίζοντας ότι έπρεπε να κάνω το ίδιο, για να του μοιάσω. Το σουτ για μένα, είναι η επαφή που έχεις με την μπάλα, και η αυτοπεποίθηση, που έρχεται με την επανάληψη. Αν δεν κάνεις την επανάληψη, δε θα βρεις την αυτοπεποίθηση.
Το μπάσκετ, επίσης, πάντα αλλάζει τακτικά και στην Ακαδημία του Ολυμπιακού διαπίστωνα, σε διεθνή παιχνίδι, ότι υπήρχαν παιδιά πιο ψηλά, πιο γυμνασμένα και πιο αλτικά. Αυτό είναι κάτι, που έχει αντίκτυπο στην μπασκετική ταυτότητά σου, και πλέον θεωρώ, ότι οι περισσότεροι επικεντρώνονται στο αθλητικό κομμάτι. Θυμάμαι να έχω πρόσφατα μια κουβέντα με τον Πίνι Γκέρσον, που μου έλεγε ότι στο Ισραήλ τα παιδιά γυμνάζονται από τα 11-12 χρόνια τους, ώστε στα 15 να είναι αθλητές. Εμείς προσπαθούμε να δημιουργούμε αθλητές πιο άρτιους τεχνικά, με λιγότερα αθλητικά προσόντα.
Στα επόμενα χρόνια, μετά τον Αρη και την Ιταλία, πήγες σε ομάδες που κυρίως δημιουργούσαν την ιστορία τους. Ηταν μια επιδίωξή σου να τις βοηθήσεις;
Δεν ήταν ακριβώς επιδίωξη, αλλά γινόμουν μέρος της προσπάθειας. Ημουν επαγγελματίας αθλητής και ήθελα να βοηθώ, ώστε να βγει το πρότζεκτ της κάθε ομάδας. Σε άλλες ομάδες αγωνίστηκα πολύ και σε άλλες λιγότερο, αλλά πάντα ήθελα να δίνω τον καλύτερο εαυτό μου, για να κερδίζει η ομάδα.
Μετά από τόσα χρόνια ως αθλητής, προπονητής, συνεργάτης και πλέον παράγοντας και GM της Δόξας Λευκάδας, ποια είναι η ταυτότητα του Δημήτρη Τσαλδάρη;
Η… σφραγίδα της ταυτότητας αυτής έχει μπει από παλιά. Αυτό που δεν μπορεί να μου πάρει κανείς, στα χαρακτηριστικά μου, είναι ότι δε σταματάω και πάντα προσπαθώ να γίνω καλύτερος. Είμαι εργατικός και πάντα φιλόδοξος, θέλω να πηγαίνω πάντα ένα βήμα πιο πέρα. Οτιδήποτε πιάνω στα χέρια μου, θέλω να γίνεται με τον καλύτερο τρόπο, το κάνω αδιάκοπα.
Είναι η αντίστοιχη υπόσχεση, που μπορεί να δώσει η Δόξα Λευκάδας;
Η υπόσχεση που θα δώσουμε, είναι ότι θα αποτελούμε μια ομάδα που… δε θα λυγίζει, θα μπαίνει στο γήπεδο να παλεύει και θα κερδίζεται πολύ δύσκολα.


















