Από τα γεμάτα κόσμο ανοικτά του Χαραυγιακού, στο κλειστό του Πανιωνίου με μία μικρή... παράκαμψη από την ΑΕΚ.

Και ο Γιώργος Μποσγανάς είδε την ομάδα της Νέας Σμύρνης να γίνεται το δεύτερο σπίτι του.  Δώδεκα χρόνια άλλωστε σε... μπασκετικά έτη είναι μία ολάκερη ζωή. Ο ίδιος έχει ακόμα να λέει πως το καλοκαίρι του 1986, ο Πανιώνιος  απέκτησε τον ίδιο και τον θρυλικό Τάκη Κορωναίο.

Κρατάει ως «κόρη οφθαλμού» τις αναμνήσεις από το Κύπελλο του 1991, αλλά και όσα έμαθε δίπλα στους μεγάλους προπονητές που πέρασαν από τον πάγκο των «κυανέυθρων”.

Όσο για το φινάλε της καριέρας του; Ήρθε με τους δικούς του όρους, σε ένα ματς που έκανε όσαο ακριβώς ήθελε.  Και μετά... τέλος!

Πώς πήγε στον Πανιώνιο: «Έπαιξα δύο χρόνια στον Χαραυγιακό και τότε έπαιζε-- ο Χαραλαϊκός έπαιζε και στα πλέι οφ στη Νέα Σμύρνη, στο κλειστό. Με είχε καλέσει ο Πολίτης, τότε, σε μια προεθνική εφήβων στο ΟΑΚΑ. Πήγαινα, έκανα και τις προπονήσεις εκεί ήταν και ο Ρόνι Σεϊκέλι στο άλλο καλάθι. Και το καλοκαίρι εκείνο είχε πρόταση ο Χαραυγαικός. Εκείνη την εποχή είχε έναν πρόεδρο που ήταν του ποδοσφαίρου, τον Σκοπελίτη.

Και τότε είχε παζαρέψει να πάω στην ΑΕΚ με τα λεφτά που έπρεπε να πάρει με ποδοσφαιριστές από την ΑΕΚ τότε. Πήγα με τον έφορο της ομάδας στα γραφεία της ΑΕΚ και εκεί στα τηλέφωνα πάνω του είπα να με πάρει στον Πανιώνιο, γιατί ο Πανιώνιος έδινε καλύτερους ποδοσφαιριστές».

Για το Κύπελλο του 1991: «Βρίσκεσαι σε ένα “Ειρήνης και Φιλίας”, το οποίο έχει δεκαπέντε χιλιάδες κόσμο, Κοιτάς τους φίλους του Πανιωνίου  και στην πλάτη σου, απέναντι είναι οι φίλοι του ΠΑΟΚ.  Ήταν εντυπωσιακό. Παίζαμε σε μια ομάδα που ήταν πάρα πολύ καλή.

Οπότε ο συνδυασμός αυτός να πάρουμε το Κύπελλο και μετά όλο αυτό που ακολούθησε στη Νέα Σμύρνη, τα μπουζούκια, τα γλέντια και όλα αυτά ήταν πρωτόγνωρα.

Φύγαμε ένα πούλμαν από το “Ειρήνης και Φιλίας”, πήγαμε στη Νέα Σμύρνη με σημειωτόν. Εκεί όλοι κρεμόντουσαν από παντού! Ήμασταν ακίνητοι για πολλές ώρες και μετά πήγαμε στα μπουζούκια. Δεν ξέρω και τις επόμενες μέρες μπορεί να πηγαίναμε, οπότε ήταν εξαιρετικά!

Πήγε τόσο καλά που πιστεύω ότι κανείς δεν θυμάται αν τερματίσαμε, πώς τερματίσαμε, τι έγινε...».

Μία ιστορία με τον Ντούσαν Ίβκοβιτς: «Ήμασταν σε ένα αεροδρόμιο, περιμέναμε αρκετή ώρα για την έκδοση βίζας στην ουρά και περιμέναμε ώρα,

Και ένας κύριος με κοστούμι, Έλληνας, πάει να περάσει τη σειρά από το πλάι.

Τον βλέπει να πηγαίνει σιγά, σιγά. Εμείς ήμασταν πίσω, ο Ντούντα ήταν από πίσω μου και όπως τον βλέπει, ρωτάει "τι κάνει αυτός;". Του λέμε "πάει να περάσει". Ε, φεύγει, πάει μπροστά του, τον πιάνει - δεν θα πω τον τρόπο που τον έπιασε - και τον πήγε πίσω στη σειρά και δεν μπορούσε να πει ο άλλος τίποτα, γιατί γυάλιζε το μάτι του!».

Για την ημέρα που σταμάτησε το μπάσκετ: «Με είχαν φωνάξει κάτι φίλοι να παίξω στην ΕΣΚΑ. Σκέφτηκα ότι αφού ξεκίνησα στην ΈΣΚΑ, θα τελειώσω και στην ΈΣΚΑ. Δεν μ' ένοιαζε. Και πήγα στο Γαλάτσι. Πλακώθηκα τότε στα παιχνίδια, τριάντα ίσως και παραπάνω παιχνίδια χωρίς χάσω ούτε ένα, αλλά με... πόλεμο.

Το μυαλό μου είχε κουραστεί. Δηλαδή όταν σταμάτησα δεν μπορούσα πια να πηγαίνω σε ένα αποδυτήριο, να αλλάζω, να κάνω μπάνιο, να δένομαι, την αποκατάσταση μετά. Και ένα βράδυ που ήταν το τελευταίο παιχνίδι, στην Πετρούπολη, ήρθε η γυναίκα μου, ήρθε η κόρη μου, αλλά ήταν μικρή, δεν το θυμάται. Έπαιξα ένα παιχνίδι, τα έκανα σχεδόν όλα στο παιχνίδι και αποχώρησα. Έκανα τα κάρφωμά μου, έκανα τα τρίποντά μου, έκανα τα πάντα. Ήξερα ότι πάω να παίξω το τελευταίο παιχνίδι».