Κοιμήθηκε με φανέλα και σορτσάκι και δεν ξύπνησε την επόμενη μέρα με το κοστούμι του προπονητή, αλλά με μία ενδιάμεση ενδυμασία και ρόλο. Άφησε πίσω μία καριέρα σχεδόν 20 ετών και 12 ομάδων στα παρκέ και ετοιμάζεται ήδη για το επόμενο βήμα του. Ο Χάρης Γιαννόπουλος μίλησε στο Man to Man Powered by Stoiximan λίγο μετά την αποχώρησή του από τη δράση και τη συνέχεια της μπασκετικής πορείας του, ως Sporting Director στο Μαρούσι.
Ο παλαίμαχος, πλέον, διεθνής φόργουορντ αναφέρεται στους βετεράνους που τον βοήθησαν και εξηγεί τι θα έλεγε ο 37χρονος Γιαννόπουλος στον 17χρονο Χάρη, με τα… τωρινά μυαλά του. Βάζει με έμπνευση και ωραίες ατάκες από μία λεζάντα σε κάθε «κάδρο»-ομάδα της πορείας του. Τι σκέφτηκε στα αποδυτήρια του Ολυμπιακού, σε ποια σεζόν και ομάδα κάνει… «skip», ποιο ήταν το «what if?» με την ΑΕΚ και ποια ομάδα του αποκάλεσε… «όμορφο χάος».
Ο Χάρης Γιαννόπουλος μιλά επίσης για τις ευκαιρίες που αξίζουν οι νέοι Έλληνες παίκτες, διαφωνεί με το ότι δεν υπάρχουν καλοί σουτέρ, σαν την αφεντιά του και δεν ξεχνά τις αδικίες στη διαδρομή του. Αποκαλύπτει τι θα του λείψει από το παιχνίδι, δεν κρύβει μερικές (αμυντικές) αδυναμίες και εξηγεί γιατί ένας Έλληνας διεθνής γκαρντ είναι… «μουγκρί»!
Μερικά αποσπάσματα από τη συνέντευξή του στο επιτυχημένο podcast της Stoiximan GBL:
Για την απόφαση να βάλει τέλος στην καριέρα του ως παίκτης: «Είναι αλήθεια πως είναι και δύσκολη και απελευθερωτική. Ακόμη δεν έχει “κάτσει” μέσα μου ότι δεν θα ξαναπαίξω. Όμως πήρα έναν νέο ρόλο που μου αρέσει και θέλω να ακολουθήσω. Να έχω νέο στόχο και να γίνομαι καλύτερος. Βρήκα μία νέα δίψα στο μπάσκετ. Είχα πολλές δεύτερες σκέψεις, αλλά δεν θα έκανα κάτι τόσο σημαντικό εν βρασμώ ψυχής».
Για και το νέο βήμα του: «Θα είμαι ως Sports Director στο Μαρούσι. Θέλω να δώσω στους παίκτες όλες τις συνθήκες που δεν είχα εγώ και που αξίζει να έχει ο αθλητής, ώστε να τον κάνει καλύτερο και να νιώθει πως νοιάζονται για εκείνον. Είναι νέος ρόλος και πρέπει η ομάδα να οραματιστεί μαζί σου. Και ο ιδιοκτήτης, κ Στασινόπουλος και ο GM, Κώστας Κώτσης, άνθρωπος με δεκαετίες εμπειρίας και με ανοιχτό μυαλό κάνουν τη δουλειά μου καλύτερη».
Για το περιβάλλον του ελληνικού μπάσκετ και την έλλειψη σουτέρ: «Δείχνει να αρχίζει μία “χρυσή” περίοδος για το ελληνικό μπάσκετ, γενικότερα. Στην καριέρα μου δεν έζησα να υπάρχουν τόσες δυνατές ομάδες. Είναι τεράστια ευκαιρία για τους παίκτες, επειδή έχει ακουστεί πολλές φορές ότι δεν υπάρχουν αρκετοί καλοί Έλληνες… Πλέον η Ελλάδα έχει και σουτέρ. Το στυλ μας πάντα ήταν να πάμε στο σίγουρο, το δίποντο, με τους σταρ Σπανούλη, Παπαλουκά, Ζήση, Διαμαντίδη, πιο παλιά τον Γκάλη, πατούσαν πιο πολύ στο “ζωγραφιστό”. Απλώς ήταν συγκυρία της εποχής. Τώρα θα έπαιζαν κι εκείνοι με διαφορετικό και πάλι dominate τρόπο».
Για το αν υπάρχουν καλοί Έλληνες παίκτες: «Έχει διογκωθεί λίγο αυτό. Εν μέρει ίσως είναι αλήθεια, όμως, πρέπει να πάρουν ευκαιρίες όσοι έρχονται από πίσω. Κι εμείς έτσι πήραμε ευκαιρίες. Αν δεν υπήρχαν τα παράθυρα των Εθνικών, πόσοι από εμάς θα έμπαιναν σε pool παικτών ώστε να μπορούν να παίξουν στα μεγάλα τουρνουά;».
Για το τι θα του λείψει από το παιχνίδι: «Θα μου λείψουν τα αποδυτήρια. Είναι ιερός χώρος. Είναι πάρα πολύ ωραίο το δέσιμο με τους συμπαίκτες… Η αδρεναλίνη και το περίεργο συναίσθημα σαν κόμπος στο στομάχι όταν μπαίνεις να παίξεις. Θα μου λείψει ένα εύστοχο σουτ στο τέλος, αλλά εκτός έδρας, ώστε να σιγούν όλοι! Στη ζωή δεν νομίζω ότι θα ζήσω τόσο extreme συναισθήματα όσο στο μπάσκετ. Για να κάνεις αυτή τη δουλειά πρέπει να είσαι… αρρωστημένα ανταγωνιστικός».
Για τις αδικίες στην πορεία του: «Άπειρες βραδιές έχασα τον ύπνο μου. Δεν μετριούνται. Έχω περάσει σεζόν, νωρίς στην καριέρα μου, στην οποία ήθελα να σταματήσω και σιχαινόμουν το μπάσκετ! Περίεργο συναίσθημα και δεν ήθελα να παίζω, επειδή είχα ανθρώπους που ήταν εχθρικοί απέναντί μου, και χωρίς λόγο. Αλλά προσαρμόζεσαι και γίνεται το δέρμα σου πιο σκληρό. Δεν επωφελήθηκα από, γιατί αν είχα διαφορετική αντιμετώπιση ίσως άλλαζε η καριέρα μου. Παρόλα αυτά δεν θα πίστευα όσα έκανα, έστω και αυτά τα λίγα»




