Ο 32χρονος πάουερ φόργουορντ μίλησε, μεταξύ άλλων:
Για το πώς ξεκίνησε η σχέση του με το μπάσκετ και τι ήταν αυτό που τον οδήγησε στα τμήματα υποδομής του Άρη: «Ο αθλητισμός μπήκε πολύ νωρίς στη ζωή μου. Οι γονείς μου με πήγαν σε πολλά αθλήματα, είναι η αλήθεια — ποδόσφαιρο, μπάσκετ, χάντμπολ. Τελικά, το μπάσκετ ήταν αυτό που με κέρδισε. Με έγραψαν στον Άρη, καθώς το γήπεδο ήταν δίπλα στο σπίτι μας. Και νομίζω ότι δικαιώθηκαν για την επιλογή τους, γιατί γινόταν εξαιρετική δουλειά στον Άρη, κάτι που με βοήθησε πάρα πολύ στη μετέπειτα πορεία μου».
Για τα δύο Πανελλήνια Πρωταθλήματα Εφήβων με τον Άρη και το πόσο σημαντικές ήταν εκείνες οι επιτυχίες για τη διαμόρφωση της νοοτροπίας του: «Σίγουρα το να βρίσκεσαι σε μια ομάδα που διεκδικεί και κατακτά τίτλους είναι πολύ σημαντικό. Μου έδωσε αυτοπεποίθηση για το μέλλον, μια νοοτροπία νικητή και με έμαθε, κατά κάποιον τρόπο, να παίζω με το "πρέπει". Γιατί όταν βρίσκεσαι σε ομάδες όπως ο Άρης, είσαι — κατά κάποιον τρόπο — υποχρεωμένος να κερδίζεις πρωταθλήματα, ειδικά στη Θεσσαλονίκη. Ήμουν μαζί με τον αδελφό μου, τον Σάσα Βεζένκοβ και τον Λευτέρη Μποχωρίδη».
Για τον προπονητή που τον επηρέασε καθοριστικά: «Νομίζω ότι υπήρξαν αρκετοί προπονητές που με βοήθησαν στην πορεία μου. Ο καθένας μου έδωσε κάτι διαφορετικό. Αν έπρεπε όμως να ξεχωρίσω κάποιον, αυτός είναι ο Γιώργος Κυριαζής, ο οποίος τώρα βρίσκεται στις ακαδημίες της ΔΕΚΑ. Είναι ο άνθρωπος που με πίστεψε περισσότερο από όλους. Μάλιστα, για ένα διάστημα με είχε χρησιμοποιήσει και ως πλέι μέικερ! Είναι ένας άνθρωπος με τον οποίο έχουμε σχέση και εκτός γηπέδου, μιλάμε μέσα στη χρονιά, ενώ τα καλοκαίρια κάνω και ατομικές προπονήσεις μαζί του».
Για το πέρασμά του από τον Προμηθέα και το ντεμπούτο του στη Stoiximan GBL: «Νομίζω ότι τότε ήταν η πιο σωστή επιλογή που μπορούσα να κάνω. Πήγα σε έναν σύλλογο που εξελισσόταν συνεχώς, είχε ως στόχο να φτάσει στη Stoiximan GBL — κάτι που ήταν και δικό μου όνειρο — και ήμουν τυχερός, γιατί επρόκειτο για μια ομάδα που έδινε βάση στους νεαρούς παίκτες και δούλευε πολύ πάνω σε αυτούς. Αν θυμάμαι καλά, έκανα το ντεμπούτο μου απέναντι στον Παναθηναϊκό στο ΟΑΚΑ! Τότε είχα τρομερό άγχος… ήμουν πολύ αγχωμένος αλλά και ενθουσιασμένος. Στον Προμηθέα Πατρών συνειδητοποίησα ότι μπορώ να ανταπεξέλθω σε αυτό το επίπεδο».
Για το Λαύριο και τη συμμετοχή στους τελικούς της Stoiximan GBL: «Αυτό που θυμάμαι είναι ότι, με το που ξεκινήσαμε την προετοιμασία, κόλλησε όλη η ομάδα COVID! Χάσαμε μεγάλο διάστημα δουλειάς και ξεκινήσαμε με 0-3. Εκεί καταλάβαμε ότι κάτι έπρεπε να αλλάξει. Έγιναν κάποιες προσθήκες και από εκεί και πέρα η ομάδα πήρε μπροστά Πήγαμε… τρένο! Κάναμε μεγάλο σερί και φτάσαμε στα πλέι οφ και στη δεύτερη θέση. Μπορώ να πω ότι δεν συνειδητοποιούσαμε πλήρως τι είχαμε καταφέρει ή τι μπορούσαμε να πετύχουμε. Νομίζω κανείς δεν μας περίμενε — ούτε καν εμείς οι ίδιοι. Θυμάμαι να λένε ότι το Λαύριο θα ξεφουσκώσει, ότι δεν θα αντέξει στα πλέι οφ. Αυτό μας έδινε τεράστιο κίνητρο. Και γι’ αυτό νομίζω τα καταφέραμε στο τέλος, έχοντας κερδίσει και δύο φορές τον Παναθηναϊκό, στην κανονική περίοδο και στα πλέι οφ».
Για την παρουσία του στη Νεανική Εστία Μεγαρίδας: «Σε εκείνη τη φάση ήμουν πιο ώριμος από ποτέ. Σίγουρα ο κόουτς Μάνταλος και οι συμπαίκτες μου τότε μού έδωσαν εμπιστοσύνη, μου έδωσαν την μπάλα και την ευθύνη να παίρνω εγώ τις αποφάσεις. Και ναι, σίγουρα ήταν τα πιο παραγωγικά χρόνια της καριέρας μου μέχρι τώρα. Η… τρέλα του Μάνταλου είναι το νούμερο ένα! (γέλια) Την πρώτη χρονιά που πήγα στα Μέγαρα, το ρόστερ δεν ήταν φτιαγμένο για να πρωταγωνιστήσει. Κι όμως, από την πρώτη μέρα μας είπε πως στόχος είναι το πρωτάθλημα! Δίνει τεράστιο κίνητρο στους παίκτες, ξέρει πώς να παίρνει από τον καθένα τον καλύτερό του εαυτό. Του αρέσει η πειθαρχία, υπάρχουν ρόλοι και ένα οικογενειακό κλίμα στην ομάδα. Όλα αυτά μας βοήθησαν να φτάσουμε ένα βήμα πριν τη Stoiximan GBL».
Για τη συνύπαρξή του με τον αδερφό του, Δημήτρη, στα τμήματα υποδομής του Άρη, στους Μαχητές Δόξας Πεύκων και στη ΝΕΜ: «Είναι κάτι πολύ όμορφο, ιδιαίτερο και ξεχωριστό. Με τον αδερφό μου έχουμε μια ιδιαίτερη σχέση. Καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον χωρίς να πούμε κάτι — μόνο με τα βλέμματα. Και είναι πολύ όμορφο που μπορούμε να μοιραζόμαστε τα ίδια συναισθήματα μέσα στο γήπεδο. Ξεχωρίζω δύο στιγμές. Η πρώτη είναι η κατάκτηση του UNICEF Trophy με τη Μεγαρίδα. Ήταν μια τεράστια επιτυχία για την ομάδα και η χαρά ήταν πολύ μεγάλη. Η δεύτερη είναι η ήττα από τον Ηρακλή στο Final Four ανόδου. Θυμάμαι ότι ήμασταν στο ξενοδοχείο και, μόνο που δεν είχαμε βάλει τα κλάματα στο δωμάτιο».
Για τη φετινή σεζόν με τη Μύκονο Betsson: «Να πω την αλήθεια, συνειδητοποίησα από νωρίς το όραμα και τους στόχους που υπήρχαν και, κατά κάποιον τρόπο, ένιωσα ότι αυτή η ομάδα μπορεί να πετύχει κάτι σημαντικό. Στο τέλος, πέτυχε τους στόχους της και με το παραπάνω. Σίγουρα έπαιξε ρόλο το οικογενειακό κλίμα. Οι άνθρωποι της διοίκησης ήταν πάντα δίπλα μας. Φυσικά, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η σκληρή δουλειά. Επίσης, δεν υπήρχε ούτε ένας παίκτης που να βάζει το "εγώ" του πάνω από την ομάδα. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω μία στιγμή, θα έλεγα την πρόκριση στο Final Eight του Κυπέλλου, τη νίκη απέναντι στην Καρδίτσα».




