Από τις αρχές της προπονητικής του πορείας το 2000 στην ΑΓΕΧ, την κρίσιμη συνεργασία με τον Αργύρη Πεδουλάκη και τις σπουδαίες προσωπικότητες, που γνώρισε στον Παναθηναϊκό AKTOR, όπου διετέλεσε δύο φορές ως πρώτος προπονητής, έως την πορεία του εκτός ελλαδικών συνόρων περνώντας από Κύπρο, Ρωσία, Λιθουανία, Ουγγαρία και Μπαχρέιν, για να εξελιχθεί σε έναν διεθνή κόουτς, ο Έλληνας τεχνικός μιλά για όλες τις εμπειρίες του και το πώς διαμόρφωσαν τη δική του ταυτότητα, αναλύοντας το φετινό πρότζεκτ του Προμηθέα Πάτρας ΒΙΚΟΣ COLA, τις τύχες του οποίου ανέλαβε από το καλοκαίρι, εξηγώντας το τι θα δούμε στο παρκέ από την αχαϊκή ομάδα. 

 Είσαι ένας άνθρωπος, που γενικά μιλάει για μπάσκετ όπου σταθεί και όπου βρεθεί; Υπάρχουν συνάδελφοί σου, που λατρεύουν να το κάνουν αυτό και παθιάζονται, ενώ άλλοι με το που βγαίνουν από το γήπεδο, ασχολούνται με άλλα πράγματα. 

 «Το μπάσκετ είναι, σίγουρα, η ζωή μου και όταν είσαι νεότερος είναι βέβαιο, ότι έχεις μεγαλύτερο πάθος και ασχολείσαι με το άθλημα 365 μέρες τον χρόνο και 24 ώρες τη μέρα. Ο ποιοτικός χρόνος, όμως, με τα χρόνια είναι αυτός που εξελίσσει έναν προπονητή και, όταν αποκτάς μια οικογένεια, βάζεις προτεραιότητες και πρέπει να μοιράσεις τον χρόνο σου. Η οικογένεια είναι η προτεραιότητα, αλλά το μπάσκετ για μένα είναι χαρά, έκανα το χόμπι μου επάγγελμα και είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος, ειδικά όταν είμαι σε μια περίοδο όπου δημιουργώ κάτι καινούργιο, όπως συμβαίνει στον Προμηθέα. Πάντα σκέφτεσαι και προσπαθείς να είσαι δημιουργικός, αυτό είναι το ωραίο του επαγγέλματός μας». 

 Μιας και αναφέρθηκες στην οικογένεια, κατά πόσο είναι εύκολο να ισορροπήσεις τον χρόνο με την οικογένεια και τις απαιτήσεις του επαγγέλματός σου, όπως τα ταξίδια και οι πολλές ώρες ενασχόλησης; 

«Θεωρώ, ότι πλέον έχω γίνει ένας διεθνής κόουτς, κάτι που εντάσσει και τα ταξίδια, με την οικογένεια να είναι δύσκολο να ακολουθήσει, όμως όλοι κάνουμε θυσίες για τις δουλειές μας. Η δική μου μεγάλη θυσία είναι, ότι είμαι μακριά από την οικογένειά μου αρκετές φορές και είναι δύσκολο να προσφέρεις, όταν δεν είσαι παρών. Με αυτή τη δουλειά, βέβαια, έχεις τη δυνατότητα να γνωρίζεις κόσμο και κουλτούρες, με την οικογένειά μου που έχει καταφέρει να με ακολουθήσει στο εξωτερικό, να έχει κερδίσει επίσης πολλά». 

 Πάμε στο πρότζεκτ του Προμηθέα, που είναι η μόνη ανδρική ομάδα τα τελευταία πολλά χρόνια, που έχεις αναλάβει, εκτός από τον Παναθηναϊκό. Πρέπει να είχε, δηλαδή, κάτι ενδιαφέρον για να δέχθηκες. 

 «Έλειπα από την Ελλάδα τρία χρόνια και, για να είμαστε ειλικρινείς, το ελληνικό πρωτάθλημα έχει γίνει πλέον ελκυστικό για όλους, με τη δομή που έχει αποκτήσει, κι έχει γίνει ξανά από τα κορυφαία στην Ευρώπη. Όταν, λοιπόν, έχεις πρόταση ειδικά από μια ομάδα σαν τον Προμηθέα, με τη δική του ταυτότητα, πολλά νέα παιδιά με ταλέντο, που διψούν για την εξέλιξή τους, πρόκειται για ένα πρότζεκτ εξαιρετικό για έναν Έλληνα προπονητή. Είμαστε μια επαγγελματική ομάδα με στόχο την νίκη και επιπλέον στόχο την εξέλιξη νέων παιδιών, έχοντας τις κορυφαίες εγκαταστάσεις στην Ελλάδα. Ο διπλός στόχος μας, όπου θέλουμε να δημιουργήσουμε μια ανταγωνιστική ομάδα σε ένα σκληρό πρωτάθλημα, με πολλές ομάδες να έχουν αποκτήσει εξαιρετικούς παίκτες, πέραν της πρώτης πεντάδας. Η Ελλάδα, πλέον, δεν είναι ένα σκαλοπάτι όπως τα προηγούμενα χρόνια, αλλά ένας προορισμός για κόσμο του μπάσκετ. Οι άνθρωποι του αθλήματος αναγνωρίζουν τη δυναμική του πρωταθλήματος κι αυτό είναι ένα σημαντικό κέρδος για το άθλημα στην χώρα μας». 

 Είναι σωστό να πούμε για το φετινό πρότζεκτ του Προμηθέα, ότι έχετε συνδυάσει Ελληνες παίκτες που θέλουν την εξέλιξή τους και ξένους αθλητές, που μάλλον επιδιώκουν το ίδιο και θα δούμε για πρώτη φορά στην καριέρα τους; Οι αθλητές αυτοί έχουν ως κοινό παρονομαστή τη θέληση για το κάτι παραπάνω; 

«Σε ένα τόσο ανταγωνιστικό πρωτάθλημα, δεν μπορείς να κάνεις συμβόλαιο με την επιτυχία. Το δικό μας… συμβόλαιο, είναι να διψάμε για την νίκη, για αυτό και διαλέξαμε παιδιά με σπουδαία θέληση και κίνητρο. Από τις πρώτες κουβέντες κιόλας που έκανα με τους ανθρώπους της ομάδας, τον Μάκη Γιατρά και τον Θανάση Σουφλιά, που μαζί χτίσαμε την ομάδα, συμφωνήσαμε ότι θα είναι πολύ αθλητική με πολλή ενέργεια, κάτι που ευνοεί να φέρεις νέους αθλητές. Κάθε νέο παιδί που θέλει να βρει ένα ρόλο, πρέπει να ξεκινά από τη διάθεση, την ενέργεια και την αμυντική προσήλωση. Εχουμε διαλέξει σειρά παιδιών, που θέλουν τον χώρο για το βήμα παραπάνω. Ολοι οι προπονητές, βέβαια, θεωρούν αυτή τη στιγμή πως έχουν κάνει τις καλύτερες επιλογές, όμως όπως είχε πει κάποτε ένας προπονητής που γνώρισα στη Ρωσία, ο Αύγουστος και ο Σεπτέμβριος είναι ο μήνας του μέλιτος. Κάναμε, ωστόσο, πολλή δουλειά για να διαλέξουμε τους αθλητές και θεωρώ, ότι από άποψη αθλητών και χαρακτήρων έχουμε κάνει εξαιρετικές επιλογές, μένει να φανούν όλα στην χημεία και τους ρόλους». 

 Έχετε μπροστά σας μια σύντομη προετοιμασία και αυτό το σύνολο θα χρειαστεί να ανταποκριθεί αρκετά σύντομα στα προκριματικά του BCL, σε ένα δύσκολο δρόμο στη Μανίσα. Πώς θα τα καταφέρετε; 

 «Η προετοιμασία θα κρατήσει επί της ουσίας τέσσερις εβδομάδες και το πρώτο παιχνίδι είναι στις 14 Σεπτεμβρίου, με την υποχρέωση να πετύχουμε τέσσερις νίκες σε ισάριθμα ματς. Είναι μεγάλο ρίσκο σε τέτοια περίοδο να πεις κάτι για το αποτέλεσμα, εμείς θα χρησιμοποιήσουμε αυτά τα ματς, ξεκινώντας από τη Βιέννα στα προκριματικά του BCL. Είναι πολύ μακριά για εμάς, όμως, αυτός ο αγώνας. Πρέπει να σκέφτεσαι αρχικά μόνο το πώς θα χτίσεις την πρώτη προπόνηση, ύστερα τις επόμενες και μετά φιλικό με το φιλικό. Δεν μπορείς να σκέφτεσαι μακροπρόθεσμα και στα πρώτα ματς δεν μπορείς να γνωρίζεις το πώς ανταποκρίνονται οι παίκτες σε όλες τις καταστάσεις. Θεωρώ, ότι οι ομάδες που εξελίσσονται στη διάρκεια της χρονιάς, γίνονται καλύτερες και αποκτούν σταθερότητα. Η αθλητικότητά μας και ο ρυθμός που θα παίζουμε, θα επιδιώξουμε να είναι εξαρχής ο χαρακτήρας μας». 

Τα στοιχεία αυτά χρειάζονται χρόνο και δουλειά για να αφομοιωθούν σε μια νεαρή ομάδα, ειδικά αν σκεφτούμε ότι στην Ελλάδα υπάρχει έντονη η πίεση του αποτελέσματος. Πότε εκτιμάς, ότι θα δούμε τον Προμηθέα όπως τον σκέφτεσαι; 

«Είναι θετικό, ότι έχουμε την ευρωπαϊκή προοπτική, είτε με το BCL είτε με το FIBA Europe Cup, ξεκινώντας σίγουρα τα διπλά παιχνίδια από αρχές Οκτωβρίου. Αυτό σημαίνει, ότι η ομάδα θα αποκτήσει πιο γρήγορα χημεία και αγωνιστικό ρυθμό, κάτι πολύ σημαντικό για την εξέλιξή της. Ο στόχος μας θα είναι από την πρώτη αγωνιστική να παίξει με τον τρόπο, που επιθυμεί, και η εξέλιξη των παικτών θα φέρει αντίστοιχο αντίκτυπο στον τρόπο, που προσεγγίζουμε το παιχνίδι. Θέλουμε να είμαστε έτοιμοι από το πρώτο ματς, γνωρίζοντας το τι σημαίνει η πίεση του αποτελέσματος στην Ελλάδα». 

 Έχεις αναλάβει αρκετές δουλειές ως πρώτος προπονητής τα τελευταία χρόνια. Ποιες εμπειρίες σου θα είναι πιο χρήσιμες στη διαμόρφωση του φετινού σου πλάνου; 

 «Το μπάσκετ αλλάζει μέσα στα χρόνια, και βλέπουμε τα τελευταία χρόνια μια σημαντική στροφή στην Ευρώπη. Είχα την τύχη να δουλέψω όχι μόνο με κορυφαίους προπονητές, αλλά και κορυφαίους αθλητές στις ομάδες, όπου εργάστηκα, με την καθημερινή επαφή και βλέποντας τον τρόπο, που προσέγγιζαν το παιχνίδι με την προπόνηση, με αποτέλεσμα να καταλάβω το τι χρειάζονται ένας παίκτης και μια ομάδα, για να εξελίσσονται. Μικρά πράγματα κάνουν έναν παίκτη και μια ομάδα να εξελίσσονται. Μετά τη θητεία του στον Παναθηναϊκό κι έχοντας τη δυνατότητα να διατελέσω πρώτος προπονητής σε δύσκολες μέρες, καθώς και τη δυνατότητα να γίνω διεθνής στην πορεία, μπορώ να ξεχωρίσω τα όσα έζησα στη Λιθουανία και την Νεπτούνας. Θυμάμαι την μπασκετική κουλτούρα της χώρας, τα γεμάτα γήπεδα, τις υπέροχες εγκαταστάσεις και τις μεγάλες προσωπικότητες σε κάθε οργανισμό, και όλα αυτά τα στοιχεία με βοήθησαν να εξελιχθώ ως άνθρωπος και ως προπονητής». 

 Μιας και αναφέρθηκες στο τέλος της απάντησής σου στη Λιθουανία, πώς είναι να… ξεσυνηθίζεις την αγωνιστική νοοτροπία της πίεσης του αποτελέσματος που έχουμε στην Ελλάδα, πηγαίνοντας σε χώρες όπου έχουμε καταλάβει πως μάλλον… δε σε αποκεφαλίζουν με την πρώτη ευκαιρία, ενώ τώρα πρέπει να συνηθίσεις ξανά την ελληνική πραγματικότητα; 

 «Αν είσαι επαγγελματίας προπονητής ή αθλητής σε υψηλό επίπεδο, βάζεις μόνος σου την πίεση, όπου κι αν δουλεύεις, από την Ελλάδα μέχρι την Εθνική Μπαχρέιν. Θέλουμε να γινόμαστε κάθε μέρα καλύτεροι, η διαφορά της Ελλάδας με τη Λιθουανία είναι περισσότερο η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, στο πώς σε αντιμετωπίζουν τα ΜΜΕ, οι φίλαθλοι, τα social media. Ισως να βοηθά το να μη γνωρίζεις ακριβώς την πραγματικότητα και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, όταν πας ως ξένος σε μια άλλη χώρα. Πρέπει πάντα να μαθαίνεις να δουλεύεις μέσα από την πίεση». 

Ποιος αθλητής ή ποιοι αθλητές, που εργάστηκες μαζί, σε είχαν εντυπωσιάσει περισσότερο με τη δουλειά, την νοοτροπία και την προσωπικότητά τους, και για ποιο λόγο; 

«Είχα την τύχη να συνεργαστώ με τεράστιους παίκτες στον Παναθηναϊκό, όπως ο Διαμαντίδης που είναι «μύθος», ο Καλάθης που ήταν ο καλύτερος δημιουργός, ο Τζέιμς που ήταν ο καλύτερος σκόρερ. Αν έχεις, όμως, τη δυνατότητα να έχεις δουλέψει με τον Δημήτρη Διαμαντίδη, είναι δύσκολο να διαλέξεις άλλον, αν έχεις μόνο μία επιλογή. Ο Δημήτρης έκανε καλύτερους τους συμπαίκτες και τους προπονητές του με την προσωπικότητά του, είναι ένα παράδειγμα που όλοι στις νέες γενιές πρέπει να ακολουθήσουν κατά γράμμα, στο πνευματικό κομμάτι και τον τρόπο δουλειάς του». 

Τι ξεχωρίζει έναν πολύ καλό παίκτη από έναν πρωταθλητή; 

«Νομίζω, ότι τους ξεχωρίζει το πόσο γρήγορα πάνε από την προηγούμενη θετική ή αρνητική κατάσταση στην επόμενη. Αν έχεις τη δυνατότητα να πηγαίνεις απλά στην επόμενη κατοχή, άσχετα τι έχει γίνει στην προηγούμενη, είναι κάτι σπουδαίο. Ειδικά στη EuroLeague, όπου μέσα σε 48 ώρες καλείσαι να δώσεις δύο ματς, που μπορεί να κρίνουν τα πάντα, οι αθλητές που παίζουν σε αυτά έχουν την πνευματική προσέγγιση, όπου μπορούν να διατηρούν μικρή μνήμη. Αυτό συμβαίνει ακόμη και στη διάρκεια ενός αγώνα, είχα τη δυνατότητα να συνεργαστώ με κορυφαίους και να δω το πώς έπαιρναν τις σωστές αποφάσεις στο τέλος, ακόμη κι αν νωρίτερα δεν έχουν παίξει καλά, ενώ την επόμενη μέρα έρχονταν να δουλέψουν στο απόλυτο στην προπόνηση, για να είναι ξανά έτοιμοι». 

Έχουν «χτίσει» αυτές τις στιγμές μέσα τους για καιρό, για να φτάσουν σε τέτοιο σημείο; 

«Στην επαφή, που είχα με κορυφαίους παίκτες, κατάλαβα ότι πρέπει να «χτίζεις» καλές συνήθειες στην ομάδα, όπως επίσης οι αθλητές πρέπει να «χτίζουν» καλές συνήθειες πνευματικά και αγωνιστικά. Αυτό είναι, που εξελίσσει έναν παίκτη. Ολοι οι προπονητές έχουν τις δικές του συνήθειες και στο πρότζεκτ, όπου δουλεύω τώρα με νέα παιδιά, πρέπει να δώσω βάρος στο «χτίσιμο» καλών συνηθειών για τα νέα παιδιά». 

Είναι πρόκληση για σένα να δώσεις τις συνήθειες αυτές στα παιδιά αυτά, γνωρίζοντας ότι δεν είναι, αυτή τη στιγμή τουλάχιστον, οι κορυφαίοι αθλητές που ανέφερες πριν κι έχεις συνεργαστεί; 

Το μπάσκετ αλλάζει και παίζεται με μεγαλύτερες ταχύτητες, κάτι που μειώνει την επιρροή του προπονητή. Το να μπορεί ένας παίκτης, όμως, να διαβάσει μια κατάσταση και να αποκτήσει μια καλή συνήθεια, θα φέρει την εξέλιξή του, αυτό θα προσπαθήσουμε κι εμείς να πετύχουμε στον Προμηθέα». 

Ποιο είναι το στοιχείο, που παίρνεις από κάθε κορυφαίο προπονητή που έχεις συνεργαστεί, και θέλεις να το μεταφέρεις ως πρώτος προπονητής; 

«Είχα την τύχη να συνεργαστώ με κορυφαίους προπονητές, τον Αργύρη Πεδουλάκη, τον Τσάβι Πασκουάλ, τον Ρικ Πιτίνο και για λίγο στην Ολύμπια Λάρισας τον Γιώργο Μπαρτζώκα. Ο κόουτς Πεδουλάκης, ειδικά, είναι ένας προπονητής που με έχει βοηθήσει πολύ να χτίσω την μπασκετική μου φιλοσοφία. Μέχρι να συνεργαστώ μαζί του, έβλεπα μπάσκετ, αλλά όταν συνεργάστηκα άρχισα να το καταλαβαίνω. Ήταν ένας άνθρωπος, που ήξερε να χτίζει ομάδα και η σεζόν 2012-2013 στον Παναθηναϊκό, ξεκινώντας μόνο με Διαμαντίδη-Τσαρτσαρή και η εξέλιξη, που είχε εκείνο το σύνολο, πρέπει να διδάσκεται σε σεμινάρια. Μου έμαθε, δηλαδή, το πώς με καθημερινή δουλειά χτίζεις καλές συνήθειες σε μια ομάδα. Στη συνεργασία με τον κόουτς Πασκουάλ, κρατάω το τρομερό επίπεδο οργάνωσης σε όλα, από την προετοιμασία της προπόνησης μέχρι το παιχνίδι, τις σχέσεις με τους συνεργάτες και τους παίκτες του. Ηταν μεγάλη ευλογία να συνεργαστώ με έναν τόσο κορυφαίο προπονητή, ο οποίος τα επόμενα χρόνια μπορεί να μετατρέψει την Ντουμπάι σε ομάδα Final Four. Για τον κόουτς Πιτίνο χρειάζομαι… δύο podcasts να μιλάω, αλλά για να μείνω στην ερώτηση, αυτό που έμαθα ήταν πως το μπάσκετ δεν είναι μόνο ένα πινακάκι, αλλά και το πώς μπορεί να είναι έτοιμος και σκληρός ένας παίκτης, να παίξει στην επαφή και στο deflection, ειδικά το τελευταίο που με την έλευσή του, έγινε επιστήμη στην χώρα μας. Θυμάμαι, μετά από ένα ματς με τον Προμηθέα να έχει μιλήσει για το πόσα deflections κάναμε. Τα deflections δείχνουν την επιθυμία του παίκτη να βάλει το χέρι, το σώμα του και να θυσιαστεί για την ομάδα. Ο συνδυασμός του σκεπτόμενου μπάσκετ και της έντασης για να δώσεις στον παίκτη μια μικρότερη πληροφορία και να παίξει σε αυτό το επίπεδο δύναμης, είναι εκεί όπου οδεύει το μπάσκετ. Συνεργαζόμενος, λοιπόν, με αυτούς τους προπονητές, έχτισα αυτό που σκέφτομαι για το μπάσκετ, αν και μετά ως πρώτος προπονητής είσαι εκείνος, που πρέπει να προσαρμοστείς, διαλέγοντας τους παίκτες, για να παίξεις με τον τρόπο που θέλεις εσύ». 

Πριν από την πορεία σου ως πρώτος προπονητής, ήσουν για πολλά χρόνια συνεργάτης προπονητών, κυρίως του Αργύρη Πεδουλάκη. Ποια στοιχεία κέρδισες σε αυτό τον τόσο διαφορετικό ρόλο, από το να είσαι πρώτος προπονητής; 

«Στο υψηλότερο επίπεδο, ειδικότερα, περνούσαμε πολλές ώρες στο γήπεδο για να κάνουμε όλες τις δουλειές που χρειάζεται ένας πρώτος προπονητής, από το σκάουτινγκ μέχρι τα βίντεο, τις ατομικές προπονήσεις των παικτών, τις σχέσεις εμπιστοσύνης μαζί τους όπου είναι καθοριστική η στήριξη του βοηθού, καθώς ο πρώτος προπονητής δεν μπορεί να έχει άμεση επαφή. Αναλύοντας, λοιπόν, κάθε πτυχή του παιχνιδιού και χτίζοντας τις σχέσεις μεταξύ όλων, μέσα από επαφή με μεγάλες προσωπικότητες σε καθημερινή βάση, σε βοηθά να χτίσεις την προσωπικότητα, τον μπασκετικό σου χαρακτήρα και την προσωπικότητά σου, ώστε να μπορείς να βρεις λύσεις όσο πιο γρήγορα γίνεται». 

Πόσο σε βοήθησαν οι αρχικές σου εμπειρίες στις εθνικές κατηγορίες, ξεκινώντας στην ΑΓΕΧ και φτάνοντας μέχρι πρώτος προπονητής στον ΟΦΗ, και πώς ήταν η μετάβαση στο υψηλότερο επίπεδο; 

«Όπως είπα και πριν, προηγουμένως έβλεπα το μπάσκετ και στο υψηλότερο επίπεδο, με τον κόουτς Πεδουλάκη άρχισα να καταλαβαίνω το μπάσκετ, το τι χρειάζεται μια ομάδα για να «χτιστεί». Είχα μεγάλη αγάπη για το άθλημα από νεαρός, αλλά άρχισα να αντιλαμβάνομαι διαφορετικά το άθλημα από τότε κι έπειτα, ακόμη περισσότερο δε με την επαφή μου με μεγάλους παίκτες και προσωπικότητες». 

Στον ΑΠΟΕΛ έγινε το «κλικ» μέσα σου, για να δοκιμάσεις πραγματικά την τύχη σου ως πρώτος προπονητής; 

«Και τότε ακόμη έχτιζα και ήθελα να συνεχίσω να δουλεύω σε υψηλό επίπεδο. Όταν έχεις τη δυνατότητα να δουλέψεις στον Παναθηναϊκό, σου δίνεται ο χώρος να εξελίσσεσαι. Όταν πήγα στον ΑΠΟΕΛ στα ενδιάμεσα στάδια της θητείας μου στον Παναθηναϊκό, και κατακτήσαμε τότε το Κύπελλο Κύπρου, δεν είχα ξεκαθαρίσει ακόμη μέσα μου την προσέγγισή μου στο άθλημα ως πρώτος προπονητής, όλα προέκυπταν από τη θέληση και τη δίψα που είχαμε ως ομάδα. Στη θέση του πρώτου προπονητή κι έχοντας τη δυνατότητα να κοουτσάρω τον Παναθηναϊκό, άρχισα να χτίζω μέσα μου το να νιώσω έτοιμος να περάσω σε αυτό το μονοπάτι. Ο πρώτος προπονητής και ο συνεργάτης είναι δύο εντελώς διαφορετικές διαδρομές». 

Κατά πόσο σε διαμόρφωσε στο ρόλο αυτό η εμπειρία ως πρώτος προπονητής, τότε που σε εμπιστεύτηκε ο Παναθηναϊκός; 

«Η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας σου διαμορφώνονται από εμπειρίες. Η εμπειρία του Παναθηναϊκού ήταν σπουδαία, γνώριζα τον οργανισμό, καθώς βρισκόμουν χρόνια σε αυτόν, και ο σύλλογος αυτός στηρίζεται στις οικογενειακές σχέσεις των ανθρώπων του. Οταν ανέλαβα τον Παναθηναϊκό, γνώριζα τη δυσκολία του εγχειρήματος και είχα πει κατευθείαν στη σύζυγό μου, ότι με την απόφαση αυτή… υπέγραφα την απόλυσή μου. Προσπάθησα να δώσω τα πάντα για την ομάδα και έκανα το καλύτερο που μπορούσα, κάτι που κρατάω μέσα μου, με τα σωστά και τα λάθη μου. Δε συμβιβάστηκα, έκανα τις επιλογές που θεώρησα τότε καλύτερες για την ομάδα, δούλεψα με τους συνεργάτες μου ατελείωτες ώρες και δεν μπορώ να κρίνω εγώ την πορεία εκείνης της ομάδας. Θα μπορούσαμε σίγουρα να έχουμε καλύτερα αποτελέσματα, αλλά εγγυώμαι ότι δώσαμε τεράστια μάχη με το υλικό, που είχαμε τότε, σε μια δύσκολη εποχή για το ευρωπαϊκό μπάσκετ». 

Τι κράτησες, λοιπόν, από τότε; 

«Κράτησα, ότι όταν έχεις τη δυνατότητα να είσαι πρώτος προπονητής στον Παναθηναϊκό, είναι κάτι σπουδαίο. Αντιλήφθηκα, ότι ξεκινώντας από το 2000 στην ΑΓΕΧ, κάποιοι άνθρωποι έκριναν, ότι είχα τη δυνατότητα να γίνω πρώτος προπονητής σε αυτό το σύλλογο, κάτι που δε θα μπορούσα να φανταστώ ποτέ, όταν ξεκινούσα. Οταν έρχονται νέα παιδιά να με ρωτήσουν πώς θα ακολουθήσουν αυτή τη διαδρομή του προπονητή, τους απαντώ ότι κανείς δεν τους εγγυάται την τύχη τους, όμως αν δουλέψουν πάρα πολύ και με λίγη τύχη, μπορούν να πετύχουν όνειρα που δε θα φαντάζονται καν. Η ευκαιρία να προπονήσω τον Παναθηναϊκό δύο φορές, είναι κάτι που μου προκαλεί μόνο ευγνωμοσύνη, ότι κάποιοι άνθρωποι εκτίμησαν τον χαρακτήρα και τη δουλειά μου σε αυτό τον οργανισμό». 

Με βάση τη μετέπειτα πορεία σου, θα έλεγε κανείς ότι έψαχνες τις προκλήσεις σου στο εξωτερικό, γνωρίζοντας παράλληλα το μπάσκετ σε άλλες χώρες; 

«Μετά την τελευταία συνεργασία με τον Παναθηναϊκό, αποφάσισα να γίνω ένας διεθνής προπονητής, επειδή ήθελα να έχω περισσότερες επιλογές. Η ελληνική λίγκα είναι πολύ ανταγωνιστική, όμως για να έχεις επιλογές και να εξελιχθείς ως προπονητής και ως άνθρωπος, σου προσφέρει τη δυνατότητα να γνωρίσεις διαφορετικές κουλτούρες, και μαζί την ευκαιρία να καταλάβεις το πώς πρέπει ένας προπονητής σε εντελώς διαφορετικά περιβάλλοντα να προσαρμοστεί. Οταν πήγα, για παράδειγμα, στην Ουγγαρία, αρχικά νόμιζα ότι όλοι έπρεπε να προσαρμοστούν στα δικά μου θέλω, όμως κατάλαβα ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Στο Μπαχρέιν, όταν βρέθηκα, βρήκα μια μικρή χώρα με τεράστια διάθεση να επενδύσει στο άθλημα, δείχνοντάς μου τεράστιο σεβασμό. Όλη αυτή η διαδρομή μου, σε διαφορετικές χώρες και νοοτροπίες, με υποχρέωση σε όλες αυτές τις συνθήκες να προσαρμοστώ, με εξέλιξε σαν προπονητή και σαν άνθρωπο». 

Πώς βίωσες την κατάσταση της εμπλοκής του Μπαχρέιν στον πόλεμο, αν και τότε δεν ήσουν στην χώρα; 

«Είχα την τύχη να φύγω για αρχές Φεβρουαρίου στις ΗΠΑ, για να μπορέσω να κάνω ένα σπουδαίο ταξίδι στο πλαίσιο της Εθνικής Μπαχρέιν, γνωρίζοντας ομάδες ΝΒΑ, κολλέγια και Λύκεια σε επτά Πολιτείες, για να γνωρίσω παίκτες από διάφορες καταβολές. Ήταν ένα ταξίδι ζωής, γνωρίζοντας το αμερικανικό μοντέλο. Όταν τελείωσε το ταξίδι, έφευγα από τις ΗΠΑ και τελικά ήρθα στην Ελλάδα, αφού ξεκίνησε ο πόλεμος. Στην χώρα βρισκόταν ο συνεργάτης μου και είχα την αγωνία του τι βιώνει καθημερινά. Τα τελευταία χρόνια συζητάμε στην ανθρωπότητα για πολέμους αντί για άλλα θέματα που θα έπρεπε, όμως στο Μπαχρέιν, μια χώρα μικρή μεν, πολύ φιλόξενη δε, διαχειρίστηκαν υποδειγματικά την κατάσταση, προστάτεψαν τον κόσμο τους κι έκαναν τα πάντα, ώστε εγώ και οι συνεργάτες μου να αισθανθούμε ασφαλείς, ενώ με την ομάδα U19 βρεθήκαμε 30 μέρες στη Γερμανία, κυρίως για να μη βρεθεί η γενιά αυτή στην τόσο δυσάρεστη συνθήκη, που βίωνε η χώρα». 

Θα αναλάμβανες ξανά μια Εθνική; 

«Το δύσκολο της Εθνικής είναι η έλλειψη της καθημερινής προπόνησης και της δουλειάς. Είχα, βέβαια, την ευκαιρία να ταξιδέψω σε όλο τον κόσμο και να γνωρίσω κόσμο και πράγματα, και επειδή για μένα όπως ένας παίκτης εξελίσσεται με τις καλές συνήθειες, έτσι κι ένας προπονητής εξελίσσεται κάθε χρόνο σε μια ανταγωνιστική λίγκα, όπως η ελληνική, με αποτέλεσμα να κάνω αυτή την επιλογή». 

Συνυπολογίζοντας όλα όσα είπαμε, τι θα απαντήσεις σε όποιον σε ρωτήσει τι είναι ο head coach Βόβορας; 

«Θα ήταν καλύτερο να απαντήσουν οι παίκτες, αυτοί είναι οι πιο αυστηροί κριτές των προπονητών. Αυτό που θα πω, είναι ότι είμαι ένας άνθρωπος που αγαπά με πάθος τη λατρεία του, το μπάσκετ, και αυτό που προσπαθώ είναι άπαντες να λένε, ότι είμαι δίκαιος. Η δικαιοσύνη απέναντι σε όλους τους παίκτες κάνει την ομάδα να έχει σωστή λειτουργία, έρχεται και η μεγάλη θέληση για την νίκη, που είναι ο στόχος όλων των ομάδων. Κάθε κατοχή είναι μια μικρή νίκη, για να φτάσεις μέχρι το στόχο σου». 

Κατά πόσο ικανοποιημένος είναι ο Γιώργος Βόβορας με την πορεία του ως πρώτος προπονητής και τι όνειρο έχει ακόμη; 

«Όταν έφτασα να γίνω προπονητής του Παναθηναϊκού, εκπλήρωσα ένα όνειρο ζωής, κατέληξα στο ότι η πίεση που βάζουμε στον εαυτό μας καθημερινά, μας ωθεί στο υψηλότερο επίπεδο. Ο στόχος μου, λοιπόν, είναι να γίνομαι κάθε μέρα καλύτερος, όπως και η ομάδα που προπονώ. Οσο κυνηγάς τα όνειρά σου, δεν ξέρεις πού μπορεί αυτό να σε οδηγήσει. Ο στόχος κάθε φορά είναι η επόμενη προπόνηση, μπορεί αυτό να φαίνεται τετριμμένο, αλλά είναι ο μόνος δρόμος για να φτάσεις κάπου». 

Για αυτό μάλλον διάλεξες το πρότζεκτ του Προμηθέα. 

«Το πρότζεκτ του Προμηθέα έχει μεγάλο ενδιαφέρον στο ελληνικό μπάσκετ. Άφησα μια Εθνική, όπου έλαβα μεγάλο σεβασμό χωρίς να έχω την πίεση του αποτελέσματος, αλλά αυτή η πρόκληση ήταν κάτι, που δεν μπορούσα να προσπεράσω».