Ο Γιάννης Τζήμας είναι γέννημα-θρέμμα της Λάρισας. Ένα μπασκετικό προϊόν του πλούσιου Κάμπου με μια πορεία θαυμαστή, με τη φανέλα της ομάδας που αγάπησε.
Από τα... αλώνια, έφτασε μαζί της στην – τότε – Α1, με αντιπάλους τον Νίκο Γκάλη, τον Άρη, τον ΠΑΟΚ, τον Ολυμπιακό, τον Παναθηναϊκό και όλα τα αστέρια της εποχής.
Το φινάλε του “παίκτη Τζήμα” ήταν απότομο, όπως παραδέχεται. Σχεδόν... μαχαίρι, για να γίνει προπονητής. Όχι πως ως πόιντ γκαρντ αγνοούσε (και) την τέχνη της προπονητικής.
Ωστόσο, ο Τζήμας αποδεικνύεται... χαμαιλέοντας, αλλάζοντας πόστα, έχοντας, ωστόσο, την ίδια επιτυχία. Και για όσους δεν το πιστεύουν, ο Γιάννης Τζήμας έχει ασχοληθεί και με την ποδοσφαιρική ΑΕΛ!
Πλέον, ο τίτλος που τον συνοδεύει είναι αυτός του general manager στην ομάδα της Μυκόνου, μίας ομάδας που αναζητεί την καθιέρωση.
Για τη Μύκονο Betsson: «Είχα παραιτηθεί από την ομάδα, γιατί θεώρησα ότι σε κάποια πράγματα έπρεπε να λειτουργήσουμε διαφορετικά. Την επόμενη χρονιά, όταν προσέλαβαν τον Βαγγέλη Ζιάγκο, ένα καταπληκτικό παιδί, έναν φοβερό προπονητή, ήθελαν να χτίσουν. Και μου έκαναν μία πρόταση. Και στο μυαλό μου ήρθε ότι “ρε φίλε, εδώ τώρα μπορούμε να το κάνουμε κάτι ακόμα καλύτερο”. Ήρθε μια άνοδος με εντυπωσιακό μπάσκετ και με φοβερές συνθήκες δουλειάς. Η Μύκονος Betsson έγραψε ιστορία και θέλουμε την καθιέρωση στην Stoiximan GBL».
Για την ενασχόληση με το μπάσκετ: «Το μπάσκετ ξεκίνησε ερασιτεχνικά, όπως και ήταν ερασιτεχνικό τότε. Στη διαδικασία λοιπόν της Γυμναστικής Ακαδημίας αρχίσαμε να ανεβαίνουμε κατηγορίες. Βρέθηκε μια πολύ καλή “φουρνιά” Λαρισαίων παικτών, οι οποίοι ξεκινήσαμε από τη Γ' Εθνική και σε τρία χρόνια ανεβήκαμε τρεις κατηγορίες και φτάσαμε Α1. Οπότε ξαφνικά με το τέλος των σπουδών μου, με προπονητή τον Βαγγέλη Αλεξανδρή, για πέντε χρόνια τότε, ξαφνικά βρεθήκαμε απ' το ερασιτεχνικό μπάσκετ, στο να είμαστε στην καλύτερη Α1 όλων των εποχών, το 1991-1992. Και να λες “Ρε φίλε, τώρα εγώ πού πάω να παίξω 1η αγωνιστική μέσα στον Άρη, των Γκάλη, Γιαννάκη, Σούμποτιτς και τα λοιπά”».
Για τον αντίπαλο στο παρκέ, Νίκο Γκάλη: «Το να μαρκάρεις τον Γκάλη ήταν εκ του άνευ μια... τραγωδία για μας. Στο πώς αντιμετώπιζες την κάθε αγκωνία που έτρωγες, το κάθε τσεκ, το κάθε σπρώξιμο που συνέβαινε. Υπήρχε και αυτή η περίφημη αγκωνία που έκανε ο Γκάλης πάντα, το οποίο τότε ήταν αμυντικό φάουλ. Οπότε κάθε μαρκάρισμα με την αγκωνιά και πονούσες και έτρωγες ένα φάουλ και είχες και έναν προπονητή να σε βρίζει γιατί δεν παίζεις καλή άμυνα».
Για την ποιότητα των ξένων παικτών τη δεκαετία του '90: «Έχει έρθει μόλις ο Χένρι Τέρνερ στον Πανιώνιο. Τότε δεν υπήρχε η γνώση του ποιος είναι ο κάθε παίκτης. Οπότε παίξαμε ένα φιλικό σε ένα τουρνουά στη Χαλκίδα. Θυμάμαι λοιπόν με αντίπαλο αυτό το θρυλικό Πανιώνιο και νομίζω o κόουτς Αλεξανδρής μου είπε "Έλα, Τζήμα, αυτόν θα μαρκάρεις εκεί πέρα, κοντό τον βλέπω δεν πρέπει να παίζει και καλά". Και στην πρώτη φάση έγινε ένα backdoor, νομίζω ότι πρέπει να γράψανε και οι εφημερίδες τότε, ότι ο Τέρνερ πέρασε πάνω από τον Τζήμα και είδε το νούμερο των παπουτσιών του».
Για τις αναμετρήσεις του παρελθόντος: «Παίζαμε ένα αγώνα με τον ΠΑΟΚ στην έδρα μας, τελευταία αγωνιστική, να σωθούμε και παράλληλα περιμέναμε ένα αποτέλεσμα στο Σπόρτινγκ - Παγκράτι, αν θυμάμαι καλά. Ήταν δύσκολο να κερδίσουμε τον ΠΑΟΚ, άρα περιμέναμε να επικρατήσει ο Σπορτινγκ για να σωθούμε. Και κάποιος που μετέδιδε τον αγώνα από το ράδιο, φώναξε τρία - τέσσερα δευτερόλεπτα πριν λήξει το ματς, ότι «έληξε, έληξε, έληξε». Αλλά η αναμέτρηση πήγε στην παράταση και τελικά βρεθήκαμε στα αποδυτήρια και περιμέναμε από ένα μικρό ράδιο να μάθουμε το αποτέλεσμα! Ευτυχώς, κέρδισε ο Σπόρτινγκ και σωθήκαμε. Και ένα δείγμα του πόσο μακριά ήταν οι απόψεις σε εκείνο τον αγώνα, μιλούσες στον Φασούλα και του έλεγες “ρε φίλε, άσε μας να βάλουμε καλάθι”. Επίσης, δεν μπορώ να ξεχάσω, επειδή είχα ως δυνατό σημείο την ταχύτητα, αλλά με έβλεπαν που είχα άσπρα μαλλιά από τα 25 μου και έλεγαν “Πώς τρέχει έτσι αυτός ο... γέρος με τα άσπρα μαλλιά;”».
Για την παρουσία του στην ποδοσφαιρική ΑΕΛ: «Η αλήθεια είναι ότι την ΑΕΛ τότε την είχε κτίσει ο Κώστας Πηλαδάκης με τον Γιώργο Δώνη και παρέα τον Κώστα Κωνστάντο, που στην ουσία οι δυο τρεις διοικητικοί ήταν και μπασκετικοί. Δηλαδή και ο Πηλαδάκης και ο Κωνστάντος που ήταν στην ομάδα τότε ήταν μπασκετικοί. Ο ένας στην ΑΕΚ, ο άλλος στα εφηβικά του Παναθηναϊκού, οπότε ήταν και γνωστοί μου από πριν. Οπότε η παρέα στη Λάρισα, γιατί και εγώ ήμουν προπονητής τότε στη Λάρισα, στο ΓΣ Λάρισας, έγινε να ταυτιστούμε και να κάνουμε παρέα πρώτα σαν μπασκετικοί και μετά ακολουθώντας την ΑΕΛ στο ποδόσφαιρο».
















