Ο Έλληνας κόουτς, μίλησε για τον ΠΑΟΚ, τη διαχείριση της ήττας και το «τραύμα» που αυτή αφήνει, τη συνεργασία του στο παρελθόν με μερικούς από τους καλύτερους προπονητές, τους παίκτες-ηγέτες, αλλά και πώς βοήθησαν στο μπάσκετ οι σπουδές του στις Οικονομικές Επιστήμες και στη Βιομηχανική και Οργανωσιακή Ψυχολογία.
Επίσης, αναφέρεται στο όνειρο που διατηρεί ακόμα ως προπονητής αλλά και τι είναι το μπάσκετ για εκείνον.
Μερικά αποσπάσματα από τη συνέντευξή του:
Αν τελικά πιστεύει ότι βάσει της πορείας που είχε ο ΠΑΟΚ την προηγούμενη αγωνιστική σεζόν, ήταν όλοι στην ομάδα καλοί «στρατιώτες»:
«Σίγουρα ήμασταν πολεμιστές! Όταν εγκαταλείποντας το γήπεδο γνωρίζοντας ότι τα έχεις δώσει όλα και είσαι σίγουρος ότι έκανες μια γενναία προσπάθεια με όλα σου τα λάθη και όλες τις ατέλειές σου, σίγουρα φεύγεις με αυτή την αίσθηση. Ότι έδωσες ό,τι είχες και πολέμησες. Ναι! Θεωρώ ότι ήμασταν εξαιρετικά καλοί στρατιώτες».
Αν ήταν η μεγαλύτερη, μέχρι σήμερα, πρόκληση στην καριέρα του η ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας του ΠΑΟΚ, εν μέσω της αγωνιστικής περιόδου και σε μια μεταβατική περίοδο στη διοίκηση της ΚΑΕ:
«Ήταν μια τεράστια πρόκληση και για την αλλαγή της διοικητικής δομής αλλά και για την αλλαγή του ρόστερ γιατί ήρθαν καινούργιοι παίκτες. Ήταν ένα σημείο όπου φαινόταν ότι είχε χαθεί η χημεία της ομάδας γιατί ήρθαν παίκτες που ήθελαν να κάνουν ένα βήμα παραπάνω με μεγαλύτερα συμβόλαια. Οπότε, ήταν μια τεράστια πρόκληση το πώς θα βρούμε τη χημεία μας, πώς θα επικοινωνήσουμε και πώς θα διασαφηνιστούν οι ρόλοι για να μπορέσει να λειτουργήσει όλη αυτή η συνθήκη».
Τι άφησε στον ίδιο η περίοδος 2025-2026:
«Στην αρχή ήμουν πολύ κλειδωμένος γιατί είχαμε ένα καταιγιστικό πρόγραμμα. Με τον ΠΑΟΚ, νομίζω παίξαμε 14 αγώνες σε 45 ημέρες που ήταν must win. Ένα λάθος να κάναμε, δε θα βγαίναμε 3οι στο ελληνικό πρωτάθλημα ή δεν θα είχαμε την πορεία που κάναμε στην Ευρώπη. Το συναίσθημα που μου έχει αφήσει είναι γαλήνη. Νιώθεις ότι διάλεξες και έδωσες τις σωστές μάχες και αφήνει την αίσθηση ότι πολεμήσαμε».
Αν θα άλλαζε κάτι στη χρονιά που πέρασε:
«Ξέρετε, αυτό είναι το “αυτομαστίγωμα” του προπονητή! Τελειώνει ο αγώνας και αρχίζει και σκέφτεται ποια πράγματα θα μπορούσε να κάνει καλύτερα (…). Στο μπάσκετ κυνηγάς την τελειότητα ως μία ουτοπία που ξέρεις δε θα έρθει ποτέ».
Για τη συνεργασία του στο παρελθόν με σπουδαίους προπονητές, μεταξύ αυτών οι Ηλίας Ζούρος, Σούλης Μαρκόπουλος, Αντρέα Ματσόν και Γκόρντον Χέρμπερτ:
«Είμαι πολύ τυχερός γιατί όλα αυτά τα ονόματα που αναφέρετε είναι εκτός από εξαιρετικοί προπονητές και σπουδαίοι άνθρωποι. Ο καθένας, με τον τρόπο του, έχει “γράψει” μέσα μου».
Αν οι παίκτες εκτός από διάθεση για δουλειά πρέπει να έχουν ταλέντο ή προσωπικότητα μέσα στο γήπεδο:
«Σίγουρα ο ανταγωνισμός είναι πολύ σκληρός. Όλα τα παιδιά για να φτάσουν στο επίπεδο να παίξουν στην Α1 έχουν κάνει τρομερές θυσίες. Έχουν βάλει και το μυαλό και το σώμα τους σε τρομερά μεγάλες δοκιμασίες. Άντεξαν και έφτασαν στο επίπεδο να είναι ανταγωνιστικοί στην πιο μεγάλη σκηνή. Θέλει και πνευματική δύναμη και αφοσίωση, αλλά από ‘κει και πέρα ασκούνται τόσο μεγάλες πιέσεις και είναι τόσο “εκτεθειμένοι” (οι παίκτες) στην κριτική, που μια μεγάλη προσωπικότητα μπορεί να διαχειριστεί πολύ καλύτερα όλο αυτό που συμβαίνει (…)».
Πώς διαχειρίζεται ο ίδιος την ήττα:
«Είναι τόσο μεγάλη η πίεση της δουλειάς και τόσο απαιτητικό αυτό το επάγγελμα, ειδικότερα σε μια λίγκα όπου δεν υπάρχει και πολλή υπομονή -βλέπουμε ότι ο προπονητής είναι ο πρώτος που αλλάζει-, όπου όταν έρθει μια σκληρή ήττα, η διαχείρισή της είναι ένα πάρα πολύ μεγάλο κομμάτι. Αρχικά (ο προπονητής) πρέπει να έχει καλλιεργήσει την κουλτούρα στην ομάδα ότι εφόσον δώσαμε ό,τι είχαμε και προσπαθήσαμε, σίγουρα πρέπει να είμαστε οκ με αυτό. Από ‘κει και πέρα όμως, είναι τόσες οι λεπτομέρειες που μπορεί να κρίνουν ένα παιχνίδι που θα πρέπει να μπεις σε μια διαδικασία συνεχούς βελτίωσης όλων, και το κυριότερο πώς θα μανατζάρεις το γκρουπ (…). Θα σας πως ένα παράδειγμα. Εμείς είχαμε μια πολύ σκληρή ήττα στον τελικό στο Μπιλμπάο και γυρίσαμε με το “τραύμα”. Γιατί όταν παίζεις σ’ έναν ευρωπαϊκό τελικό και δε φέρνεις το Κύπελλο που τόσο ονειρευόταν ο κόσμος του ΠΑΟΚ στη Θεσσαλονίκη, υπάρχει ένα μικρό τραύμα. Σε 48 ώρες παίζαμε playoffs με το Περιστέρι, μία πολύ καλή ομάδα. Μπήκαμε μέσα στην αίθουσα του βίντεο και είπαμε ότι αυτό το “τραύμα” πρέπει το αντιμετωπίσουμε. Δεν μπορούμε να το προσπεράσουμε. Δεν μπορούμε να προσποιηθούμε ότι δεν μας πείραξε και να πάμε στο επόμενο παιχνίδι. Θα πρέπει να αγκαλιάσεις το τραύμα, να πάρεις το μάθημα και να συμφιλιωθείς με αυτό, εφόσον ήσουν εντάξει στην προσπάθεια. Στο κάτω κάτω, αυτές είναι οι στιγμές που σε διαμορφώνουν. Οπότε, πρέπει να το αντιμετωπίσεις, να βιώσεις τον πόνο και να πας παρακάτω».
Αν έχει επουλωθεί σ’ εκείνον το «τραύμα»:
«Σίγουρα υπάρχει με κάποια μορφή το “τραύμα”. Το “κουβαλάμε”, μάς διαμορφώνει, αλλά ήταν τόσο γενναία η προσπάθεια που κάναμε, που μπορούσαμε να κοιτάξουμε τον κόσμο του ΠΑΟΚ στα μάτια και να ξέρει ότι τα δώσαμε όλα».
Για το μεγαλύτερο όνειρο που εξακολουθεί να έχει ως προπονητής:
«Ω, Θεέ μου! Όσο μεγαλώνεις ωριμάζεις και αποφεύγεις έναν κόσμο ακραίων συναισθημάτων. Οπότε το να είμαι σ’ έναν οργανισμό, να εξελίσσομαι μαζί με αυτόν, να βελτιώνομαι και να παράγεις αξίες, είναι κάτι εξαιρετικά σημαντικό για εμένα».




