Πώς προέκυψε το προσωνύμιο «Σάρας»; 

 «Το προσωνύμιο αυτό προέκυψε γύρω στα 16-17 μου χρόνια, όταν έπαιζα στον Απόλλωνα Πάτρας. Κάποια στιγμή, σε μια προπόνηση έκανα μια πάσα ιδιαίτερη και ένας συμπαίκτης μου με ονόμασε Σάρας. Μέρα με τη μέρα το συνηθίσαμε, μου άρεσε κι εμένα γιατί θα μπορούσε να είναι και υποκοριστικό του Σαράντης, και φυσικά μας αρέσει στους αθλητές να έχουμε τέτοια παρατσούκλια». 

Ο άνθρωπος από τον οποίο εμπνεύστηκες το παρατσούκλι σου, ο Σαρούνας Γιασικεβίτσιους, ήταν ένα από τα πρότυπά σου; 

«Φυσικά και ήταν στα πρότυπά μου. Μεγάλωσα με αυτή τη γενιά παικτών και θα ήταν λογικό να τον έχω πρότυπο, εκείνος μπορεί… να μη ξέρει καν, αλλά μου αρκεί να τον γνωρίζω εγώ (γέλια)». 

Ποτέ δεν ξέρεις τι συμβαίνει και πού προκύπτουν ευκαιρίες… 

«Όντως ποτέ δεν ξέρεις (γέλια). Σαν παίκτης, πάντως, πάντα μου άρεσε και ήταν ένας από αυτούς, που έπαιρνα παράδειγμα μεγαλώνοντας ως αθλητής». 

Ποιους άλλους είχες σαν πρότυπα, είτε Ελληνες είτε ξένους σε EuroLeague και ΝΒΑ; 

«Για να πω την αλήθεια, περισσότερο EuroLeague παρακολουθούσα και μεγάλωσα με τη γενιά του Διαμαντίδη, του Σπανούλη, του Παπαλουκά και γενικότερα των σπουδαίων αυτών Ελλήνων παικτών. Χάρη σε αυτούς ξεκίνησα το μπάσκετ και είχα την τύχη να τους δω και στο γήπεδο. Από ΝΒΑ δεν ήμουν σε αυτούς που… ξημερώνονταν, περισσότερο έβλεπα βιντεάκια με φάσεις στο YouTube κι ένας που μου άρεσε πολύ ήταν ο White Chocolate, ο Τζέισον Ουίλιαμς. Προσπαθούσα, φυσικά, παρακολουθώντας όλους αυτούς τους παίκτες να παίρνω πράγματα από το παιχνίδι τους και να τα βάζω στο δικό μου». 

Ασχολήθηκες, λοιπόν, με το μπάσκετ τελικά χάρη σε αυτή την «χρυσή» γενιά, όπως και πολλοί άλλοι. Ασχολήθηκες μικρός και με άλλα αθλήματα; 

«Είχα την τύχη ο πατέρας μου να είναι αθλητής και, μετέπειτα, προπονητής του μπάσκετ και με πήγαινε στα γήπεδα από όταν ήμουν μικρός. Ξεκίνησα, κάπως έτσι, μικρός με τον πατέρα μου να μου δείχνει πράγματα και με αυτό τον τρόπο «κόλλησα το μικρόβιο» του μπάσκετ, αλλά έπαιζα και ποδόσφαιρο τότε, ένα άθλημα που επίσης μου αρέσει πολύ. Με την επιτυχία της Εθνικής του 2005-2009, όμως, μαγεύτηκα και καταστάλαξα στο μπάσκετ». 

Τι θέση έπαιζες στο ποδόσφαιρο; 

«Είτε σέντερ φορ είτε τερματοφύλακας. Ημουν και καλός (γέλια)». 

Πες μας λίγο περισσότερα για τον πατέρα σου. Πώς σου έδωσε το ερέθισμα να ασχοληθείς με το μπάσκετ; 

«Έπαιζε για χρόνια και είχε βρεθεί και στη μεγάλη κατηγορία, ενώ ήταν προπονητής σε ομάδες της Πάτρας, προπονώντας κυρίως στο Σκαγιοπούλειο, στο ανοικτό γήπεδο. Με πήγαινε διαρκώς στο γήπεδο από τριών ετών και μου άρεσε να τον βλέπω να παίζω. Οταν, ειδικά, μεγαλώνεις στο γήπεδο, παίρνεις λίγο περισσότερο το ερέθισμα. Εγώ το αξιοποίησα, έχοντας τον πατέρα μου προπονητή έως τα 15 μου, που πήγα στον Απόλλωνα». 

Πώς ήταν να έχεις τον πατέρα σου προπονητή στα πρώτα σου χρόνια στο μπάσκετ, σε μια κρίσιμη ηλικία για το πώς διαμορφώνεται η προσωπικότητα και η πορεία ενός αθλητή; 

«Όπως αποδείχθηκε, ήταν μια σωστή επιλογή. Ημασταν μια μικρή ομάδα σε άτομα και αυτό με βοήθησε να δουλέψω πιο έντονα στα βασικά του μπάσκετ, αλλά και στις λεπτομέρειες. Αναρωτιόμουν μέχρι τα 15 μου για το γιατί δεν έπαιζα κι εγώ σε Κλειστά γήπεδα, καθώς έως τότε έκανα προπόνηση σε ανοικτό γήπεδο, ωστόσο μεγαλώνοντας κατάλαβα, ότι όλο αυτό μου έκανε καλό, έχοντας στο πλευρό μου πάντα έναν άνθρωπο να με καθοδηγεί. Αυτός ο άνθρωπος έτυχε να είναι και ο πατέρας μου, με τον οποίο είχαμε και συγκρούσεις κατά καιρούς». 

Συζητούσατε και στο σπίτι τα μπασκετικά σας θέματα; 

«Φυσικά και αρκετές φορές με τις συγκρούσεις, που ανέφερα και πριν. Είχα μπει κι εγώ στη εφηβεία, αλλά αποδείχθηκε, ότι όλα έγιναν για καλό σε τελική ανάλυση». 

Υπάρχει κάποια συμβουλή του μπαμπά και προπονητή Μαστρογιαννόπουλου, που κράτησες μες στα χρόνια; 

«Το πιο βασικό ήταν η επιμονή στην προπόνηση. Πάντα μου έλεγε, ότι όσο κάνεις προπόνηση έχεις αυτοπεποίθηση και ψυχολογία. Μου έχει δώσει, φυσικά, πολλές συμβουλές και συνεχίζει, όμως χάρη στον πατέρα μου κατάλαβα το πόσο σημαντική είναι η προπόνηση και το πώς οι κόποι ανταμείβονται μέσα από αυτή». 

Από τη στιγμή που ουσιαστικά μεγάλωσες στο ανοικτό γήπεδο κι επειδή έχει ανοίξει μια μεγάλη κουβέντα πάνω σε αυτό, θεωρείς ότι είναι κάτι που θα έπρεπε να εφαρμόσουμε ξανά πιο έντονα σε παιδιά νεαρών ηλικιών, ή να προπονούνται εξαρχής στο Κλειστό; Γίνεσαι όντως πιο σκληρός στο ανοικτό, ή είναι καλύτερο να έχεις τις ανέσεις του Κλειστού; 

«Και οι δύο περιπτώσεις έχουν τα θετικά και τα αρνητικά τους. Στο ανοικτό, αναμφίβολα γίνεσαι πιο σκληρός και ανταγωνιστικός, βάζοντας στο μυαλό σου το ένας εναντίον ενός, το μονό όπως το λέμε στις γειτονιές, κι αυτό σε κάνει λίγο περισσότερο εγωιστή και επίμονο να δουλέψεις. Και στα Κλειστά, φυσικά, μπορείς να γίνεις εγωιστής και να παλέψεις, όμως στο ανοικτό πολλές φορές πρέπει να… δώσεις μάχη ακόμη και για να πάρεις την μπασκέτα. Εκτός από την προπόνηση, πολλές φορές προσωπικά πήγαινα στα ανοικτά, έπαιζα μονό, ή ακόμη και έκανα σουτ μόνος μου, και ασφαλώς με βοήθησε. Πολλές φορές, όμως, η βροχή σου ακυρώνει την προπόνηση στο ανοικτό γήπεδο και δυστυχώς εναλλακτική, πέρα από τα να… παίρνουμε τις σκούπες και να πετάμε τα νερά, δύσκολα είχαμε. Δεν υπάρχει, λοιπόν, τόσο έντονα πια η νοοτροπία του ανοικτού γηπέδου και είναι λογικό, όταν το μπάσκετ εξελίσσεται. Αυτό, βέβαια, δεν είναι απαραίτητα κάτι αρνητικό». 

Πώς προέκυψε η προοπτική να πας στον Απόλλωνα; 

«Από τα 12-13 μου θυμάμαι να με ζητά η ομάδα, αλλά ο πατέρας μου ήθελε να με κρατήσει λίγο ακόμη, σαν να γνώριζε κάτι. Επέμενε να μάθω καλύτερα τα βασικά του αθλήματος μαζί του και νομίζω, ότι πήγα στην πιο σωστή ηλικία εν τέλει στην ομάδα. Πήγα στα 15-16 μου χρόνια και καταφέραμε με την εφηβική ομάδα να φτάσουμε στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα, αλλά το ενδιαφέρον υπήρχε από πριν». 

Πόσο σημαντική ήταν για την εξέλιξή σου η παρουσία στον Απόλλωνα, μια ομάδα που τότε συνήθως έμπαινε στα playoffs της Stoiximan GBL, ενώ είχε παίξει και τελικό Κυπέλλου με τον Παναθηναϊκό εκείνα τα χρόνια; Πόσο εύκολο ήταν να αναδειχθείς, υπό αυτές τις συνθήκες, στο ανδρικό τμήμα; 

«Ήταν, όντως, κάτι διαφορετικό. Ήμουν αρχικά στην εφηβική ομάδα και κάποιες φορές κάναμε προπόνηση με την ανδρική ομάδα, κάτι πρωτόγνωρο από εκεί που έπαιζα στα ανοικτά γήπεδα. Θυμάμαι να παίζω και τον πρώτο μου αγώνα στα 16 μου στα playoffs με τον Παναθηναϊκό, και ύστερα εξελίχθηκα μπαίνοντας στα 17-18 μου στην προετοιμασία της ανδρικής ομάδας, και ασφαλώς όσα έζησα με βοήθησαν στη μετέπειτα καριέρα μου, ξεκινώντας σε μια ομάδα που τότε πρωταγωνιστούσε στη Stoiximan GBL». 

Τι συναισθήματα σου προκαλεί αυτή η ομάδα, με την οποία έζησες πολλά σε Stoiximan GBL και Elite League; 

«Ο Απόλλωνας είναι κυρίως τα εφηβικά μου χρόνια και τα πρώτα μου βήματα. Εχω ζήσει τα περισσότερα χρόνια μου σε αυτή την ομάδα και είναι πολλά τα συναισθήματα, νοσταλγικά έχοντας προέλθει από την Πάτρα κιόλας και είμαι χαρούμενος που φόρεσα την φανέλα του». 

Πώς βίωσες την πρώτη σου φορά σε έναν υποβιβασμό, τότε, με τον Απόλλωνα στην Elite League, έχοντας να περάσεις από μια ιδιαίτερη διαδικασία; 

«Ο Απόλλωνας έπεσε, όντως, κατηγορία και ήταν σημαντικό, θυμάμαι, για εμένα να πάρω παιχνίδια στην Elite League κι έναν πιο σημαντικό ρόλο, αποκτώντας έτσι περισσότερες εμπειρίες, για να βρεθώ και πάλι στη Stoiximan GBL. Ο υποβιβασμός ήταν, φυσικά, κάτι στενάχωρο. Δεν είναι ευχάριστο να βλέπεις εικόνες, όπως άνθρωποι της ομάδας που ήταν εκεί για χρόνια και έκλαιγαν για αυτό το γεγονός. Ολα αυτά, όμως, είναι μέσα στον αθλητισμό και προσπαθείς να συνεχίσεις». 

Παρακολουθείς αυτή την περίοδο τον Απόλλωνα, που κάνει μια νέα αρχή στην National League 1 με τον Ντιρκ Μπάουερμαν;

«Παρακολουθώ, φυσικά, τι κάνει η ομάδα και το έκανα και πέρυσι. Η ομάδα δείχνει, ότι θέλει να πρωταγωνιστήσει και να επανέλθει σταδιακά. Η επιστροφή ενός ανθρώπου, όπως ο Ντιρκ Μπάουερμαν, είναι μια θετική κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση, γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά το τι έχει πετύχει». 

Στη συνέχεια βρέθηκες στο Λαύριο, για πρώτη φορά τότε εκτός Πάτρας, και μάλιστα για μια τριετία. Πώς σου είχε φανεί τότε η προοπτική να πας στην Αθήνα; 

«Για να είμαι ειλικρινής, πάντοτε ήθελα να φύγω. Ηθελα να έχω την ανεξαρτησία μου, τη ζωή μου και ήμουν πολύ αισιόδοξος όταν επιχείρησα εκείνο το βήμα, ανυπομονούσα πάρα πολύ. Βρέθηκε το Λαύριο στο δρόμο μου και χάρηκα που αυτό συνέβη». 

Τι ήταν εκείνο που συμφώνησες, συγκεκριμένα, με το Λαύριο, μια ομάδα με συγκεκριμένη φιλοσοφία και πορεία εκείνα τα χρόνια; 

«Έπαιξε σημαντικό ρόλο η προσέγγιση της διοίκησης και του κόουτς Χρήστου Σερέλη. Συνάντησα μια οικογένεια κι ένα πολύ ευχάριστο κλίμα, με πολύ καλές και κοντινές σχέσεις μεταξύ όλων των συντελεστών της. Περνούσαμε πολλές ώρες της ημέρας μαζί και πίστεψα, ότι εκεί θα είχα προοπτική και θα μπορούσα να εξελιχθώ ακόμη περισσότερο». 

Πίστευες, ότι εκείνη η ομάδα μπορούσε να φτάσει σε σημείο να κάνει πρωταθλητισμό, φτάνοντας το 2021 στους τελικούς της Stoiximan GBL; Πόσο σημαντικές ήταν εκείνες οι παραστάσεις για τη μετέπειτα πορεία σου; 

«Κανείς δεν μπορούσε να πιστεύει, ότι μπορούσαμε να φτάσουμε να είμαστε δεύτεροι και στους τελικούς του πρωταθλήματος. Μπορεί η χρονιά να πήγαινε πολύ καλά, αλλά… δε συνειδητοποιούσαμε τι κάναμε, Πιστεύαμε, βέβαια, στην ομάδα και στους συμπαίκτες μας, είναι μια εμπειρία που δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ και συνέβαλε αποφασιστικά στην εξέλιξή μου». 

Στη δεκαετία 2013-2023, όπου διαμόρφωνες ουσιαστικά την προσωπικότητά σου στο παρκέ, υπήρχαν συμπαίκτες σου που είχαν επιρροή στις ομάδες, όπου αγωνίστηκες, είτε στο αγωνιστικό κομμάτι είτε με τις συμβουλές τους; 

«Νομίζω, ότι περισσότερο μου έχει μείνει ο τότε αρχηγός του Απόλλωνα, Νίκος Αργυρόπουλος, ο οποίος συμβούλευε όλους τους μικρούς. Θυμάμαι τα λόγια του στη διάρκεια των προπονήσεων και όχι μόνο, όταν σου μιλούσε… καθόσουν προσοχή και καταλάβαινες για ποιο λόγο χρησιμοποιούσε τα εκάστοτε λόγια. Στο Λαύριο ήταν μια άλλη κατάσταση, με πολλούς ξένους στην ομάδα και ήδη είχα αποκτήσει εμπειρίες, οπότε δε θυμάμαι κάτι ιδιαίτερο σε συμβουλές. Θυμάμαι, όμως, ότι είχα εξαιρετικούς συμπαίκτες κι έβλεπα το πώς δούλευαν, για να μπορέσω κι εγώ να εξελίξω το παιχνίδι μου». 

Με όλα αυτά τα στοιχεία που αποκόμισες, λοιπόν, πας στον Ηρακλή. Πώς τον διάλεξες; 

«Ήξερα ποιος είναι ο Ηρακλής και πού πήγαινα, αλλά πάντα μου άρεσε να πηγαίνω σε ομάδες με ιστορία και κόσμο, σαν αυτόν του Ηρακλή, που πάντοτε ζήλευα. Είχα παίξει και αντίπαλος και δεν ήταν δύσκολη απόφαση. Παρότι, μάλιστα, τότε ήταν στην Elite League, το είδα από τη θετική του πλευρά και δεν το μετάνιωσα ποτέ για εκείνη τη διετία, οπότε ήταν μια εύκολη απόφαση και αποδείχθηκε σωστή». 

Τι κρατάς από εκείνη τη διετία στον Ηρακλή, καταφέρνοντας εκεί να πετύχεις το μεγαλύτερο αγωνιστικό ξεπέταγμά σου; 

«Η εμπειρία της απώλειας της ανόδου από τον Πανιώνιο ήταν καθοριστική, καθώς μου έμαθε περισσότερα. Είδα όλο αυτό τον κόσμο που έκανε το ταξίδι να στενοχωριέται και πήρα μια σημαντική εικόνα, που στο δεύτερο χρόνο, όπου μάλιστα δεν περάσαμε εύκολα στην κανονική περίοδο, στο τέλος τα καταφέραμε και ήταν επίσης μια χρονιά, που με βοήθησε στην πορεία μου, δείχνοντας ότι μπορούσα να είμαι καθοριστικός σε μια ομάδα, που ήθελε να πρωταγωνιστήσει στην Elite League»; 

Πώς θεωρείς, ότι «έχτισες» μες στα χρόνια τον ηγετικό σου ρόλο, δείχνοντας πλέον να έχεις μεγάλη αυτοπεποίθηση και ιδιαίτερα στις κρίσιμες μπάλες; 

«Θεωρώ απλά, ότι αν είσαι αποδοτικός, τότε τόσο περισσότερο το πιστεύεις και σε πιστεύουν και οι συμπαίκτες σου. Αν σε εμπιστεύονται, εκτός από το να ζητήσεις την μπάλα σε μια κρίσιμη κατοχή, στη δίνει και ο συμπαίκτης από μόνος του. Η εμπειρία, η προπόνηση και η ψυχολογία είναι βασικοί παράγοντες, για να φτάσεις σε ένα τέτοιο σημείο. Μου άρεσε πάντα να έχω έναν τέτοιο πρωταγωνιστικό ρόλο και, βλέποντας τα τελευταία χρόνια οι ομάδες μου να είμαι αποδοτικός, μου έδωσαν αυτή τη δυνατότητα να πάρω την μπάλα στα κρίσιμα σημεία». 

Τι σκέφτεσαι σε εκείνες τις κρίσιμες καταστάσεις; 

«Νομίζω, ότι… δε σκέφτομαι τίποτα, αλλιώς μάλλον δε θα ήμουν τόσο αποδοτικός. Βάζω απλά στο μυαλό μου, ότι το καλάθι πρέπει να μπει. Νιώθω άνετα με αυτό, δεν το «κυνηγάω». Βγαίνει μέσα από την ομάδα και μου αρέσει». 

Η περσινή πορεία με τους Vikos Φalcons δεν ήταν ιδιαίτερα πειστική, από το δεύτερο γύρο και μετά στην Elite League, μέχρι να φτάσετε στο Final Four. Εκανες σκέψεις κατά τη διάρκεια της χρονιάς για την επιλογή σου; 

«Δεν το μετάνιωσα ούτε λεπτό. Οι Vikos Φalcons γνώριζα, ότι ήταν μια ομάδα νοικοκυρεμένη και ήθελε να πρωταγωνιστήσει. Στο τέλος του πρώτου γύρου ίσως πιστέψαμε, ότι θα φτάναμε άνετα στο να κατακτήσουμε το πρωτάθλημα, αλλά με την απόδοσή μας στο δεύτερο γύρο μπήκαν σκέψεις, μήπως δεν τα καταφέρναμε, όμως όλα ήταν καθαρά δικό μας θέμα να πιστέψουμε και πάλι. Ηταν δύσκολο, περάσαμε και μια πολύ σκληρή σειρά με το Λαύριο, όμως δεν τα παρατήσαμε, παλέψαμε και προκριθήκαμε». 

Ήταν το σημείο, όπου άλλαξαν όλα ξανά στην ψυχολογία σας, η σειρά με το Λαύριο, με αποτέλεσμα να είστε επιβλητικοί στο Final Four; 

«Μετά το τελευταίο ματς με το Λαύριο νομίζω, ότι μας έφυγε όλο το άγχος. Εκεί είπαμε, ότι δεν υπήρχε περίπτωση να χάσουμε στο Final Four και, μετά από αυτή τη σειρά, ήμασταν επιβλητικοί και ήταν ένα καθοριστικό σημείο η πρόκριση με το Λαύριο, όπως αποδείχθηκε». 

Ξεκινήσατε τη σεζόν με τον κόουτς Μιχελάκο και συνεχίσατε με τον κόουτς Γιαπλέ, που αναγνώρισε στον προκάτοχό του μεγάλο κομμάτι της επιτυχίας. Πώς θα σχολίαζες εσύ την χρονιά με τους δύο προπονητές; 

«Ο κόουτς Μιχελάκος έβαλε, αναμφισβήτητα, τις βάσεις, απλά σε ένα σημείο η ομάδα αποφάσισε, ότι χρειαζόταν μια αλλαγή. Και με τους δύο κόουτς θεωρώ, ότι θα πετυχαίναμε, αν και αναμφισβήτητα ο κόουτς Γιαπλές έβαλε μερικά στοιχεία του, μαζί με την εμπειρία του και μια ψυχολογική τόνωση στην ομάδα. Πιστεύω, ότι η άνοδος ήρθε ως ένας συνδυασμός των στοιχείων τους». 

Αποφάσισες, πάντως, να αφήσεις τους Vikos Φalcons και να γυρίσεις στον Ηρακλή. Τι σε έπεισε; 

«Το να επιστρέψω στον Ηρακλή θεώρησα, ότι ήταν η καλύτερη επιλογή για μένα αυτή τη στιγμή, αν και όλα φαίνονται στο παρκέ. Μίλησα και με τον Ζόραν Λούκιτς, μου αναλύθηκε το πλάνο και το τι ζητά από μένα, και επιστρέφω σε μια ομάδα, με την οποία είμαι συναισθηματικά δεμένος και τη γνωρίζω πολύ καλά. Ο κόσμος του Ηρακλή, άλλωστε, δε σταματούσε να μου στέλνει μηνύματα και όταν ήμουν στα Ιωάννινα, ενώ εννοείται και η Ευρώπη είναι ένα μεγάλο κίνητρο. Δεν έχω παίξει ποτέ σε φάση ομίλων στην Ευρώπη, μόνο προκριματικά νωρίτερα με το Λαύριο, και θέλω και εκεί να αποδείξω τις δυνατότητές μου». 

Πολλοί αθλητές μιλάτε με ιδιαίτερα λόγια τον κόσμο του Ηρακλή. Τι το ξεχωριστό έχει; 

«Στο μυαλό μου είναι επίσης κάτι ιδιαίτερο. Ολες οι ομάδες έχουν οπαδούς, που τις στηρίζουν, όμως εκείνοι του Ηρακλή δεν την έχουν αφήσει ποτέ και είναι πάντα υποστηρικτικοί, κάτι που τους κάνει ακόμη πιο ξεχωριστούς στα μάτια μου. Το έζησα και στη σεζόν, που δεν καταφέραμε να ανέβουμε, το πόσο μας στήριζαν και μας βοήθησαν να ανέβουμε την επόμενη χρονιά στη Stoiximan GBL. Είναι κάτι συγκινητικό και, φυσικά, όμορφο για έναν αθλητή να παίζει σε ένα γήπεδο, σαν το Ιβανώφειο». 

Τι είναι αυτό που περιμένει, πλέον, ο Σαράντης Μαστρογιαννόπουλος από τον εαυτό του; 

«Αυτό που θέλω και περιμένω, είναι να αποδείξω και περισσότερα στη Stoiximan GBL. Είχα άλλους ρόλους στις προηγούμενες χρονιές, όπου είχα αγωνιστεί, και θέλω να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό, να αποδείξω ότι η επιστροφή αυτή δεν ήταν τυχαία, δικαιώνοντας τους οπαδούς του Ηρακλή και τους ανθρώπους της ομάδας, που με διάλεξαν».