Αν γυρίσουμε τον χρόνο πίσω, ποια ήταν η στιγμή που καταλάβατε ότι η προπονητική θα σας οδηγήσει εκτός συνόρων; Υπήρχε κάποιο συγκεκριμένο σημείο που είπατε «τώρα πρέπει να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό»; 

 «Είχα την τύχη και τη χαρά να συνεργαστώ με τον κόουτς Φλεβαράκη από πολύ νωρίς στην προπονητική μου πορεία. Έτσι, βρέθηκα στο εξωτερικό μόλις στα 23 μου, όταν πήγαμε μαζί στην Πολωνία. Από τότε είχα την ευκαιρία να γνωρίσω ένα διαφορετικό περιβάλλον, να δω πώς λειτουργεί το μπάσκετ εκτός Ελλάδας και να έρθω αντιμέτωπος με νέες προκλήσεις. 

Η απόφαση να επιστρέψω στη Γερμανία και να κάνω το επόμενο βήμα ήρθε μετά από πολλά χρόνια συνεργασίας με τον κόουτς. Κάποια στιγμή ένιωσα ότι ήταν η στιγμή να ακολουθήσω τη δική μου διαδρομή και να αναλάβω μια δική μου πρόκληση. 

 Η γνωριμία μου με τον ιδιοκτήτη της ομάδας, τον Ντένις Σρέντερ, τον οποίο είχαμε παίκτη από την πρώτη μας παρουσία στη Γερμανία, έπαιξε σημαντικό ρόλο. Προέκυψε η πρόταση να ενταχθώ στο coaching staff, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του associate head coach, όπως ονομάζεται στη Γερμανία, ένας ρόλος που ο Ντένις γνωρίζει καλά λόγω της εμπειρίας του από το ΝΒΑ. 

 Ήρθε στην κατάλληλη στιγμή για μένα, όταν ένιωθα έτοιμος να κάνω ένα βήμα μόνος μου, να αναλάβω περισσότερες ευθύνες και να δοκιμαστώ σε ένα νέο περιβάλλον. Ήταν ουσιαστικά το μεγάλο σημείο εκκίνησης της πορείας μου στη Γερμανία και μια πολύ σημαντική στιγμή στην καριέρα μου». 

 Έχετε περάσει από πολλές διαφορετικές μπασκετικές κουλτούρες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να πείτε «ναι» στην πρόκληση της Μπράουνσβαϊγκ; Ήταν περισσότερο αγωνιστική επιλογή ή μια προσωπική ανάγκη για αλλαγή περιβάλλοντος; 

 «Ήταν μια πρόκληση που ήθελα να αναλάβω. Από εκεί και πέρα, σημαντικό ρόλο έπαιξε η πρόταση που δέχτηκα από έναν πολύ σημαντικό άνθρωπο, με τον οποίο είχα και προσωπική σχέση, αλλά και μια ξεχωριστή παρουσία στον χώρο του μπάσκετ, τον Ντένις Σρέντερ. 

Παράλληλα, μιλάμε για ένα πρωτάθλημα με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και ιδιαίτερες απαιτήσεις. Είναι πραγματικά όμορφο να συμμετέχεις σε μια τέτοια διοργάνωση και να βρίσκεσαι σε ένα διαφορετικό μπασκετικό περιβάλλον. 

Εκείνη τη στιγμή, λοιπόν, δεν υπήρχαν πολλοί λόγοι για να πω όχι. Ήταν μια σημαντική θέση, σε μια ομάδα με προοπτική, μέσα σε ένα πολύ ενδιαφέρον πρωτάθλημα. Θεωρώ ότι το timing ήταν ιδανικό και τελικά αποδείχθηκε μια πολύ σωστή επιλογή για την πορεία μου». 

Όταν ένας Έλληνας προπονητής πηγαίνει στη Γερμανία, ποιο είναι το μεγαλύτερο σοκ προσαρμογής; Η γλώσσα, η νοοτροπία, ο τρόπος λειτουργίας των οργανισμών ή κάτι άλλο που δεν φαίνεται απ’ έξω; 

«Το πρώτο σοκ το είχα περάσει ήδη την πρώτη φορά που βρέθηκα στη Γερμανία. Και αυτό δεν αφορά μόνο τους Έλληνες προπονητές. Συχνά λέμε ότι το μπάσκετ είναι το ίδιο παντού, αλλά η πραγματικότητα είναι πως κάθε χώρα έχει τον δικό της τρόπο να το προσεγγίζει. 

Η Μπουντεσλίγκα είναι ένα πολύ ιδιαίτερο πρωτάθλημα, τόσο στον τρόπο παιχνιδιού όσο και στον ρυθμό και στη φιλοσοφία που ακολουθούν οι προπονητές. Η ένταση είναι διαφορετική και υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία στα οποία δίνεται μεγαλύτερη έμφαση. Αυτή ήταν η πρώτη μεγάλη αλλαγή που συνάντησα όταν πήγα στη Γερμανία ως βοηθός προπονητής 

Αν όμως έπρεπε να ξεχωρίσω τη μεγαλύτερη πρόκληση για έναν προπονητή, δεν θα έλεγα μόνο τον τρόπο παιχνιδιού, αλλά κυρίως τον τρόπο λειτουργίας των ομάδων. Η κουλτούρα είναι διαφορετική, αλλά για εμάς τους Έλληνες δεν είναι απαραίτητα δύσκολη, γιατί έχουμε συνηθίσει να δουλεύουμε σε περιβάλλον με μεγάλη πίεση και υψηλές απαιτήσεις. 

Αυτό που αλλάζει περισσότερο είναι η δομή των οργανισμών. Στη Γερμανία οι ομάδες λειτουργούν με πολλούς ανθρώπους σε σημαντικές θέσεις και ο προπονητής πρέπει να έχει συνεχή και σωστή επικοινωνία μαζί τους. Στην Ελλάδα έχουμε συνηθίσει ο προπονητής να έχει έναν πιο διευρυμένο ρόλο, πολλές φορές να λειτουργεί και ως sport director, να συμμετέχει άμεσα στις επιλογές των παικτών και στη συνολική διαμόρφωση της ομάδας. 

Στη Γερμανία, όμως, οι αποφάσεις είναι πιο συλλογικές. Οι περισσότερες, αν όχι όλες οι ομάδες, έχουν sport director και οι επιλογές γίνονται μέσα από συνεργασία. Παράλληλα, σε κάποιους οργανισμούς υπάρχει και μια συγκεκριμένη αγωνιστική φιλοσοφία που πρέπει να ακολουθήσει ο κόουτς, ακόμη κι αν δεν ταυτίζεται απόλυτα με τη δική του αντίληψη για το παιχνίδι.

Εκεί έρχεται και η δική του ευθύνη: να αποφασίσει αν μπορεί να λειτουργήσει μέσα σε αυτό το πλαίσιο και αν είναι μια πρόκληση που θέλει να αποδεχθεί». 

Η γερμανική μπασκετική κουλτούρα χαρακτηρίζεται συχνά από οργάνωση, συνέπεια και διαδικασίες. Εσείς που έχετε δουλέψει και στο ελληνικό μοντέλο, ποια στοιχεία θεωρείτε ότι πρέπει να «δανειστεί» το ελληνικό μπάσκετ από τη Γερμανία; 

«Το πρώτο πράγμα που πιστεύω ότι θα μπορούσαμε να υιοθετήσουμε —και θεωρώ ότι είναι κάτι εφικτό— αφορά τον τρόπο με τον οποίο είναι δομημένες οι ομάδες και συνολικά η Λίγκα. 

Υπάρχουν πράγματα που θα ήταν καλό να υπάρχουν και στην Ελλάδα, αλλά ίσως είναι πιο δύσκολο να εφαρμοστούν άμεσα λόγω της κουλτούρας και της νοοτροπίας μας. Αυτό όμως είναι κάτι που μπορεί να γίνει. 

Στη Γερμανία, για να συμμετέχει μια ομάδα στην Μπουντεσλίγκα, υπάρχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Είναι υποχρεωτικό να διαθέτει δεύτερη ομάδα, μια αναπτυξιακή ομάδα, η οποία συμμετέχει στα αντίστοιχα πρωταθλήματα. 

Αυτό σημαίνει ότι οι σύλλογοι είναι αναγκασμένοι να επενδύουν στην ανάπτυξη παικτών και να δημιουργούν ένα πραγματικό μονοπάτι εξέλιξης για τους νεαρούς αθλητές. Παρότι υπάρχουν ξένοι παίκτες —όπως συμβαίνει και στην Ελλάδα— οι ομάδες δεν μπορούν να βασίζονται μόνο σε αυτούς. Πρέπει να δίνουν χρόνο και σημαντικούς ρόλους σε Γερμανούς παίκτες, ειδικά σε νεότερες ηλικίες. 

Αυτό είναι ένα στοιχείο που βοηθάει συνολικά το άθλημα, γιατί δημιουργεί συνέχεια, παραγωγή παικτών και μια πιο σταθερή βάση για το μέλλον». 

Μπορούμε να συνδέσουμε αυτή τη φιλοσοφία με τις επιτυχίες της εθνικής ομάδας της Γερμανίας; Υπάρχει μια σχέση ανάμεσα στη δομή του πρωταθλήματος και στην εξέλιξη της εθνικής; 

«Ναι, υπάρχει ξεκάθαρη σύνδεση. Βρίσκομαι ήδη έξι χρόνια στη Γερμανία και όταν πήγα για πρώτη φορά, η πραγματικότητα ήταν ότι οι Γερμανοί παίκτες είχαν κυρίως ρόλο συμπληρωματικό στις ομάδες τους. Ήταν περισσότερο οι παίκτες που έδιναν λύσεις από τον πάγκο. 

Με τα χρόνια, όμως, αυτό άρχισε να αλλάζει. Πλέον δεν βλέπεις μόνο Γερμανούς ρολίστες. Υπάρχουν παίκτες που έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στις ομάδες τους, που παίρνουν σημαντικές ευθύνες και εξελίσσονται μέσα από ένα σταθερό σύστημα.

Αυτό είναι αποτέλεσμα ενός ολόκληρου κύκλου. Ξεκινά από τον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένες οι μικρές ηλικίες, από τα πρωταθλήματα NBBL και JBBL, τις ομάδες κάτω των 16 και κάτω των 18, μέχρι τις αναπτυξιακές ομάδες των συλλόγων. 

Σημαντικό ρόλο παίζει και το σύστημα του double licence, όπου οι νεαροί παίκτες έχουν τη δυνατότητα να αγωνίζονται, να βρίσκονται καθημερινά στο περιβάλλον της πρώτης ομάδας και να αποκτούν εμπειρίες που τους βοηθούν να εξελιχθούν. 

Όλο αυτό δημιουργεί μια συνέχεια που φτάνει μέχρι την εθνική ομάδα. Οι επιτυχίες της εθνικής Γερμανίας ενισχύουν ξανά τη διαδικασία, δίνουν κίνητρο στις μικρότερες ηλικίες και δημιουργούν έναν θετικό κύκλο ανάπτυξης. 

Θεωρώ ότι αυτό είναι ένα μοντέλο που θα μπορούσε να μελετήσει και η Ελλάδα και να προσπαθήσει να το προσαρμόσει στις δικές της ανάγκες». 

Στη Γερμανία υπάρχει μια διαφορετική σχέση ανάμεσα στον προπονητή και τη διοίκηση, με μεγαλύτερη έμφαση στα δεδομένα, την ανάλυση και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Πώς ήταν η συνεργασία σας με ανθρώπους που προσεγγίζουν το μπάσκετ περισσότερο τεχνοκρατικά; 

«Για μένα δεν ήταν κάτι δύσκολο να προσαρμοστώ, ίσως γιατί αυτός είναι και ο τρόπος με τον οποίο λειτουργώ κι εγώ. Είμαι ένας άνθρωπος που δίνει μεγάλη σημασία στο περιεχόμενο, στη σωστή ανάλυση και στη λογική πίσω από κάθε απόφαση. Δεν μου αρέσει να λειτουργώ βιαστικά ή μόνο με βάση το συναίσθημα. Προσπαθώ πάντα να εξετάζω όλα τα δεδομένα πριν αποφασίσω. 

Αυτός ο τρόπος σκέψης ταιριάζει αρκετά με τη γερμανική νοοτροπία. Οι άνθρωποι εκεί λειτουργούν με πλάνο, οργάνωση και συγκεκριμένη διαδικασία, κάτι που είναι πολύ κοντά και στη δική μου φιλοσοφία. 

Δεν είναι τυχαίο ότι έχω παραμείνει τόσα χρόνια στην Μπουντεσλίγκα. Είναι ένα περιβάλλον που απαιτεί να μπορείς να ακολουθήσεις αυτόν τον τρόπο εργασίας. Αν δεν έχεις αντίστοιχη προσέγγιση και δεν πιστεύεις στη συγκεκριμένη διαδικασία, είναι δύσκολο να ανταποκριθείς στις απαιτήσεις. 

Για μένα, όμως, είναι μια καθημερινότητα που όχι μόνο μπορώ να υπηρετήσω, αλλά είναι και κάτι που με εκφράζει. Και πιστεύω ότι αυτός ο τρόπος δουλειάς θα με ακολουθήσει σε οποιοδήποτε επόμενο βήμα κάνω στην καριέρα μου, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία θα βρίσκομαι»..

Η Μπράουνσβαϊγκ είναι ένας οργανισμός που έχει συνδεθεί και με μεγάλα ονόματα, όπως ο Ντένις Σρέντερ. Πόσο διαφορετική είναι η πίεση όταν βρίσκεστε σε μια ομάδα που έχει ως σημείο αναφοράς έναν παίκτη παγκόσμιας κλάσης; 

«Έχοντας περάσει από διαφορετικές καταστάσεις στην Ελλάδα, από μεγάλες ομάδες, με ένταση, απαιτήσεις, επιτυχίες και δυσκολίες, δεν θεωρώ ότι η πίεση στη Γερμανία είναι κάτι τόσο διαφορετικό ή τόσο βαρύ. 

Σίγουρα, όμως, η Μπράουνσβαϊγκ έχει μια ιδιαίτερη συνθήκη. Όταν ιδιοκτήτης της ομάδας είναι ένας άνθρωπος με το μέγεθος και την αναγνωρισιμότητα του Ντένις Σρέντερ, γνωρίζεις ότι τα φώτα της δημοσιότητας είναι στραμμένα πάνω σου σε όλη τη διάρκεια της σεζόν, είτε για θετικό είτε για αρνητικό λόγο. 

Παρόλα αυτά, η πίεση δεν γίνεται κάτι που επηρεάζει την καθημερινότητα της ομάδας. Ίσως αυτό έχει να κάνει και με τη διαφορετική κουλτούρα. Στη Γερμανία τα πράγματα λειτουργούν με διαφορετικό τρόπο σε σχέση με την Ελλάδα. 

Στην Ελλάδα, ειδικά στις μεγάλες ομάδες, υπάρχει συνεχής προβολή και παρακολούθηση από πολλά Μέσα. Στη Γερμανία, για τις περισσότερες ομάδες, το ενδιαφέρον προέρχεται κυρίως από τα τοπικά Μέσα της πόλης. Η έκθεση δεν είναι στον ίδιο βαθμό. 

Άλλωστε, το μπάσκετ στη Γερμανία δεν είναι το πρώτο άθλημα, ούτε καν το δεύτερο σε δημοφιλία. Η πίεση υπάρχει, όπως σε κάθε επαγγελματική ομάδα, αλλά δεν είναι τέτοια που να επηρεάζει τη λειτουργία και την καθημερινή δουλειά του οργανισμού». 

Τι σας έμαθε η καθημερινότητα σε έναν σύλλογο όπως η Μπράουνσβαϊγκ για το πώς πρέπει να λειτουργεί μια σύγχρονη μπασκετική ομάδα; 

«Είναι πολλά αυτά που έχω μάθει, αλλά κυρίως έχουν να κάνουν με την οργάνωση, το πλάνο και τη συνεργασία. Στη Γερμανία κατάλαβα ακόμη περισσότερο ότι, ανεξάρτητα από το αν είσαι πρώτος προπονητής σε μια ομάδα της Μπουντεσλίγκα, είναι πολύ δύσκολο να λειτουργείς ως ο άνθρωπος που έχει τον απόλυτο έλεγχο και όλες οι αποφάσεις περνούν αποκλειστικά από εσένα. 

Η συνεργατικότητα είναι κάτι που με χαρακτηρίζει και ως άνθρωπο και ως προπονητή. Άλλωστε, για πολλά χρόνια ήμουν ασίσταντ κόουτς και, παρότι είχα ευκαιρίες να αναλάβω ρόλο πρώτου προπονητή, επέλεξα να συνεχίσω σε ένα περιβάλλον όπου μπορούσα να δουλεύω μαζί με άλλους ανθρώπους. 

Αυτό που έμαθα στη Γερμανία είναι πόσο σημαντικό είναι να έχεις γύρω σου ανθρώπους με διαφορετικές γνώσεις και εμπειρίες. Ο προπονητής μπορεί να έχει τον τελευταίο λόγο, αλλά υπάρχουν συνεργάτες που μπορούν να προσφέρουν σημαντικά πράγματα, είτε σε επίπεδο οργάνωσης, είτε στο καθαρά μπασκετικό κομμάτι, είτε στο ατομικό κοουτσάρισμα, το οποίο στη Γερμανία έχει πολύ μεγάλη σημασία. 

Τελικά, η μεγαλύτερη αξία είναι να μάθεις να ακούς. Να δέχεσαι διαφορετικές απόψεις χωρίς να τις βλέπεις προσωπικά ή ως αμφισβήτηση. Με τα χρόνια στη Γερμανία όχι μόνο έμαθα να το αποδέχομαι, αλλά έφτασα στο σημείο να ζητάω κιόλας την άποψη των ανθρώπων γύρω μου. 

Γιατί στο τέλος ο στόχος είναι ένας: να βρεις την καλύτερη λύση για την ομάδα. Κανείς δεν γνωρίζει τα πάντα και πολλές φορές μια ιδέα από έναν συνεργάτη μπορεί να κάνει τη διαφορά και να οδηγήσει όλους μαζί στην επιτυχία». 

Υπήρξε κάτι που θεωρείτε ότι δεν πρόλαβε να χτιστεί ή δεν εξελίχθηκε όπως το είχατε στο μυαλό σας όταν ξεκινούσε η σεζόν; 

«Ήταν η πρώτη μου χρονιά ως πρώτος προπονητής, μια στιγμή που ήρθε μετά από πολλά χρόνια δουλειάς και προσπάθειας. Είναι γνωστό ότι για τους Έλληνες προπονητές η γερμανική αγορά δεν είναι εύκολη. Οι επιλογές συνήθως δεν ξεκινούν από εμάς και, αν δεν κάνω λάθος, ήμουν ο πρώτος Έλληνας πρώτος προπονητής στη Γερμανία μετά από πολλά χρόνια. Παράλληλα, ήμουν και ο μοναδικός Έλληνας προπονητής συνολικά στο πρωτάθλημα. Ήταν, λοιπόν, μια θέση που ήρθε μέσα από μεγάλη προσπάθεια. 

Δυστυχώς, η σεζόν επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τους πολλούς και σοβαρούς τραυματισμούς που αντιμετωπίσαμε. Αυτό δεν μας επέτρεψε να δούμε ποτέ το πραγματικό ταβάνι της ομάδας. Όσο καταφέρναμε να τους διαχειριστούμε, ειδικά με τη βοήθεια των νεαρών παικτών, η εικόνα μας ήταν πολύ καλή, τόσο στην Μπουντεσλίγκα όσο και στο FIBA EuroCup. 

Φτάσαμε πολύ κοντά στο να αποκλείσουμε τον ΠΑΟΚ σε μια εξαιρετική σειρά, με ένα πολύ δυνατό παιχνίδι στο Παλατάκι, ενώ είχαμε κερδίσει τον ΠΑΟΚ στη Γερμανία με αρκετά πειστικό τρόπο, παρότι δεν είχαμε πλήρες ρόστερ. 

Όταν όμως έχεις μια πολύ νεανική ομάδα —την πιο νεανική στο FIBA EuroCup και στην Μπουντεσλίγκα— και για μεγάλο διάστημα απουσιάζουν βασικοί παίκτες, αυξάνεται σημαντικά ο κίνδυνος να χαθεί η ισορροπία. Εμείς για ένα μεγάλο διάστημα ανταποκριθήκαμε εξαιρετικά, δίνοντας χρόνο και ευθύνες σε παιδιά 17 και 18 ετών. Όταν όμως προέκυψαν επιπλέον προβλήματα και σε αυτές τις ηλικίες, έγινε πολύ δύσκολο να διατηρήσουμε το ίδιο επίπεδο για πολλούς μήνες. 

Έτσι, είδαμε και τη δύσκολη πλευρά του αθλητισμού. Από το να δουλεύεις καθημερινά για να βελτιώνεσαι, βρέθηκες να προσπαθείς απλώς να διαχειριστείς την κατάσταση και να αντέξεις τις δυσκολίες. 

Θα ήθελα πολύ να δω πού θα μπορούσε να φτάσει αυτή η ομάδα με ένα πλήρες ρόστερ και με τα φυσιολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει κάθε σύλλογος μέσα στη χρονιά. Πέρυσι, με μια αντίστοιχη ομάδα, είχαμε μια εξαιρετική σεζόν, τερματίσαμε τρίτοι και αναδείξαμε παίκτες, όπως ο Άρνας Βελίτσκα, ο οποίος έκανε μια πολύ σημαντική χρονιά μετά και την παρουσία του με την εθνική ομάδα της Λιθουανίας στο Eurobasket. 

Τότε δεν είχαμε ουσιαστικά προβλήματα τραυματισμών. Φέτος ήταν η άλλη πλευρά του νομίσματος: μια χρονιά όπου όλα τα προβλήματα εμφανίστηκαν μαζί. Αυτό που θα ήθελα περισσότερο είναι να δω πώς θα εξελισσόταν η ομάδα που είχαμε χτίσει, αν είχαμε τις φυσιολογικές συνθήκες για να δουλέψουμε όπως είχαμε σχεδιάσει». 

Ποιο είναι το μεγαλύτερο μάθημα που κρατάτε από τη διαδικασία του head coach σε μια ομάδα επιπέδου Μπουντεσλίγκα; 

«Ήταν μια πολύ σημαντική εμπειρία για μένα. Το να φτάνω στο σημείο να γίνω πρώτος προπονητής στη Μπουντεσλίγκα, χωρίς ουσιαστικά κάποια βοήθεια ή έτοιμο δρόμο, έχοντας πάει στη Γερμανία ως Έλληνας προπονητής και χτίζοντας τη διαδρομή μου μόνος μου, είναι κάτι για το οποίο αισθάνομαι περήφανος. 

Το μεγαλύτερο μάθημα, όμως, έχει να κάνει με κάτι που ίσως δεν φαίνεται πάντα απ’ έξω. Προφανώς το μπάσκετ, ο τρόπος παιχνιδιού, η καθημερινή σχέση με τους παίκτες και η διαχείριση της ομάδας είναι πολύ σημαντικά στοιχεία. Αλλά στο επίπεδο της Μπουντεσλίγκα, ίσως το πιο καθοριστικό είναι η απόλυτη ευθυγράμμιση με τη διοίκηση. 

Το πώς σκέφτεται ο οργανισμός, πώς αντιμετωπίζει δύσκολες καταστάσεις μέσα στη σεζόν και κυρίως πώς διαχειρίζεται τις κρίσεις, είναι κάτι που επηρεάζει άμεσα την πορεία μιας ομάδας. 

Εμείς φέτος αντιμετωπίσαμε πολλά προβλήματα τραυματισμών. Η επιλογή του συλλόγου ήταν να μην προχωρήσει σε προσωρινές ενισχύσεις για τους σοβαρούς τραυματισμούς. Αυτό δημιούργησε μια κατάσταση την οποία, όσο κι αν προσπαθήσαμε να διαχειριστούμε, είχε αντικειμενικά πολύ μεγάλο βαθμό δυσκολίας. 

Αυτό που κρατάω είναι ότι σε μια αντίστοιχη περίπτωση στο μέλλον θα είμαι ακόμη πιο προετοιμασμένος. Θα γνωρίζω καλύτερα ποιες συζητήσεις πρέπει να γίνουν από την αρχή, ποια θέματα πρέπει να τεθούν έγκαιρα και πόσο σημαντικό είναι να υπάρχει κοινή αντίληψη με τη διοίκηση για το πώς αντιμετωπίζονται οι δύσκολες στιγμές μιας σεζόν». 

Η άνοδος του γερμανικού μπάσκετ 

Η Γερμανία από μια χώρα που δεν είχε παραδοσιακά την ίδια μπασκετική βαρύτητα με άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, έφτασε στην κορυφή του κόσμου. Ποιο θεωρείτε ότι ήταν το σημείο καμπής αυτής της αλλαγής; 

«Νομίζω ότι μιλάμε για μια εξαιρετική γενιά παικτών, μια φουρνιά που βρίσκεται στην καλύτερη φάση της. Είναι πραγματικά πολύ υψηλού επιπέδου και, για να είμαστε ειλικρινείς, έχει και έναν ηγέτη που κάνει τη διαφορά. 

Το μπάσκετ ξεκινάει πάντα από τον παίκτη που έχει την μπάλα στα χέρια του και η ωριμότητα, η εμπειρία και ο τρόπος με τον οποίο αγωνίζεται πλέον ο Ντένις Σρέντερ έχουν φτάσει σε άλλο επίπεδο, ειδικά στο μπάσκετ των εθνικών ομάδων. 

Η Γερμανία είναι πολύ τυχερή που έχει έναν παίκτη με αυτή τη δέσμευση και αυτή την ποιότητα. Οι συμπαίκτες του παίρνουν μεγάλη αυτοπεποίθηση από την παρουσία του, γιατί γνωρίζουν ότι στα δύσκολα η μπάλα βρίσκεται στα χέρια ενός παίκτη που μπορεί να δημιουργήσει και να πάρει αποφάσεις. 

Φυσικά, δεν είναι μόνος του. Γύρω του υπάρχει μια πολύ δυνατή ομάδα παικτών. Ο Ντάνιελ Τάις, τα αδέρφια Βάγκνερ με κορυφαίο τον Φραντς, αλλά και ο Αντρέας Ομπστ, ο οποίος έχει κάνει τεράστια βελτίωση τα τελευταία χρόνια. 

Όταν πήγα στη Γερμανία, ο Ομπστ ήταν ήδη ένας πολύ καλός σουτέρ στην Ουλμ. Σήμερα, όμως, θεωρείται ένας από τους κορυφαίους σουτέρ στην Ευρώπη και στην Ευρωλίγκα. Αυτή η εξέλιξη δείχνει και τη δουλειά που έχει γίνει συνολικά στο γερμανικό μπάσκετ. 

Οπότε θεωρώ ότι η επιτυχία της Γερμανίας είναι αποτέλεσμα πολλών πραγμάτων μαζί: μιας εξαιρετικής γενιάς παικτών, σωστής ανάπτυξης ταλέντων και ενός ηγέτη που κατάφερε να ενώσει αυτή την ομάδα». 

Το χρυσό στο Παγκόσμιο Κύπελλο και οι επιτυχίες στις μικρές εθνικές ομάδες δείχνουν ότι υπάρχει σχέδιο. Είναι θέμα υποδομών, φιλοσοφίας, παραγωγής παικτών ή κυρίως νοοτροπίας; 

«Νομίζω ότι είναι ένας συνδυασμός όλων αυτών. Παρόλα αυτά, θεωρώ ότι παίζει ρόλο και η συγκεκριμένη χρονική συγκυρία, το γεγονός ότι αυτή η γενιά παικτών βρίσκεται τώρα στην καλύτερη φάση της. Αυτό δεν πρέπει να το αγνοούμε. 

 Από εκεί και πέρα, πιστεύω ότι είναι ένας κύκλος που ξεκινάει από τον τρόπο με τον οποίο οι ομάδες αξιοποιούν και εξελίσσουν τα ταλέντα τους, και όχι μόνο σε επίπεδο Μπουντεσλίγκα. 

Υπάρχουν πολλά παιδιά στη Γερμανία που στα 20 τους χρόνια αγωνίζονται ήδη στην ProA, έχουν σημαντικούς ρόλους και βρίσκονται καθημερινά σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον. Αυτή η διαδικασία τούς βοηθά να εξελιχθούν, να αποκτήσουν εμπειρίες και να είναι έτοιμοι όταν έρθει η στιγμή να κάνουν το επόμενο βήμα. 

Όταν υπάρχει αυτή η συνέχεια —από τις μικρές ηλικίες, στις αναπτυξιακές ομάδες, στους συλλόγους και τελικά στην εθνική ομάδα— δημιουργείται ένας κύκλος που τροφοδοτεί διαρκώς το σύστημα με παίκτες». 

Πώς αλλάζει η οπτική ενός προπονητή όταν περνά από το να συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων στο να είναι πλέον ο άνθρωπος που παίρνει την τελική απόφαση; 

«Νομίζω ότι έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με την προσωπικότητά σου. Σίγουρα είναι πιο εύκολο να βρίσκεσαι σε έναν ρόλο όπου εκφράζεις την άποψή σου για το τι πρέπει να γίνει, από το να είσαι ο άνθρωπος που καλείται να πάρει την τελική απόφαση και να αναλάβει την ευθύνη της. 

Παρόλα αυτά, πιστεύω ότι η εμπειρία ως συνεργάτης για πολλά χρόνια σε προετοιμάζει για αυτή τη μετάβαση. Όταν βρίσκεσαι για μεγάλο διάστημα δίπλα σε έναν προπονητή, ειδικά όταν υπάρχει σχέση εμπιστοσύνης, πολλές φορές οι απόψεις σου δεν μένουν απλώς ως προτάσεις. Γνωρίζεις ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να επηρεάσουν την τελική απόφαση, είτε επειδή έχει χτιστεί αυτή η σχέση, είτε επειδή ο πρώτος προπονητής σε έχει επιλέξει ακριβώς για τον τρόπο που σκέφτεσαι και λειτουργείς. 

Αν έχεις, λοιπόν, ανεπτυγμένο το αίσθημα της ευθύνης, η διαφορά ανάμεσα στους δύο ρόλους ίσως δεν είναι τόσο μεγάλη όσο φαίνεται απ’ έξω. 

Προσωπικά, δεν ένιωσα τόσο μεγάλη αλλαγή. Ίσως γιατί, ακόμα και όταν ήμουν στη θέση του συνεργάτη, αντιμετώπιζα τη δουλειά με την ίδια σοβαρότητα και την ίδια αίσθηση ευθύνης»..

Τι πιστεύετε ότι πρέπει να κάνει ένας Έλληνας προπονητής για να γίνει πιο εξωστρεφής και να διεκδικήσει περισσότερες ευκαιρίες στο εξωτερικό; 

«Δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος δρόμος. Νομίζω ότι είναι συνδυασμός πολλών πραγμάτων. Το πρώτο είναι να βγει έξω, να ταξιδέψει, να γνωρίσει διαφορετικές μπασκετικές κουλτούρες και κυρίως να βρεθεί μέσα σε περιβάλλοντα όπου λειτουργούν διαφορετικά coaches rooms, με προπονητές άλλων εθνικοτήτων και διαφορετικής νοοτροπίας. 

Το σημαντικότερο, όμως, είναι να μπορέσει να εργαστεί μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Αυτό προφανώς δεν είναι εύκολο. Για κάποιο λόγο, ενώ θεωρώ ότι οι Έλληνες προπονητές βρίσκονται σε πολύ υψηλό επίπεδο —προσωπικά πιστεύω ότι είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη— δεν έχουμε τις αντίστοιχες ευκαιρίες σε σχέση με άλλες εθνικότητες. 

Δεν μπορώ να γνωρίζω ακριβώς γιατί συμβαίνει αυτό, παρότι έχω δουλέψει πολλά χρόνια στο εξωτερικό. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι η εξέλιξη δεν έρχεται μόνο μέσα από σεμινάρια ή μέσα από γνωριμίες με άλλους προπονητές. Φυσικά και αυτά έχουν αξία, και είναι κάτι που κάνω και εγώ, αλλά το πιο σημαντικό είναι να βρίσκεσαι μέσα στην καθημερινή λειτουργία ενός οργανισμού. 

Να βλέπεις πώς συνεργάζονται οι προπονητές μεταξύ τους, πώς ανταλλάσσουν απόψεις, πώς προετοιμάζουν μια ομάδα και πώς παίρνονται οι αποφάσεις. Στο υψηλό επίπεδο, ο πρώτος προπονητής είναι αυτός που θα πάρει την τελική απόφαση, αλλά πολλές φορές οι ιδέες, η ανάλυση και η κατεύθυνση έρχονται μέσα από τη συνεργασία με τους assistants και το υπόλοιπο staff. 

Γι’ αυτό θεωρώ ότι ο ρόλος του συνεργάτη είναι εξαιρετικά σημαντικός. Το έζησα και εγώ στη Γερμανία, τόσο ως assistant όσο και ως associate head coach. Είναι ένας ρόλος που έχει μεγάλη ευθύνη και, το σημαντικότερο, έχει τον σεβασμό που του αναλογεί μέσα στον οργανισμό». 

Μετά από αυτή την εμπειρία στη Γερμανία, ποιο είναι το επόμενο βήμα; Θέλετε να συνεχίσετε στον δρόμο του head coach ή θεωρείτε ότι υπάρχουν ακόμη πράγματα να μάθετε δίπλα σε κορυφαίους προπονητές; 

«Πάντα υπάρχουν πράγματα που μπορείς να μάθεις δίπλα σε κορυφαίους προπονητές, αυτό είναι δεδομένο. Είτε μιλάμε για ανθρώπους που έχουν κατακτήσει τα πάντα είτε για προπονητές που εξελίσσονται και έχουν νέες ιδέες να παρουσιάσουν. 

Παράλληλα, πιστεύω ότι και οι κορυφαίοι προπονητές μπορούν να μάθουν από εσένα. Αυτό είναι, άλλωστε, η ουσία του μπάσκετ και της προπονητικής: η συνεχής ανταλλαγή γνώσης και ιδεών. Ο πρώτος προπονητής είναι αυτός που παίρνει την τελική απόφαση, αλλά η διαδικασία μέχρι να φτάσεις εκεί είναι συλλογική. 

Ο προσωπικός μου στόχος είναι να παραμείνω στην Μπουντεσλίγκα και γενικότερα στη γερμανική αγορά, σε οργανισμούς με καλά πρότζεκτ και σωστή φιλοσοφία. Νιώθω πολύ καλά στη Γερμανία. Έχω ζήσει εκεί επτά χρόνια, εκεί γεννήθηκε η κόρη μου και σύντομα τόσο εκείνη όσο και η σύζυγός μου θα αποκτήσουν τη γερμανική υπηκοότητα. Είναι μια χώρα που μας έχει προσφέρει πολλά και στην οποία ως οικογένεια έχουμε δημιουργήσει μια πολύ καλή ζωή. Για αυτόν τον λόγο, τουλάχιστον για τα επόμενα ένα-δύο χρόνια, η Γερμανία παραμένει η βάση μας. 

Φυσικά, τίποτα δεν αποκλείεται. Κάποια στιγμή θα ήθελα να αποτελέσω μέρος ενός coaching staff ομάδας της EuroLeague. Γνωρίζω ότι δεν είναι κάτι εύκολο, αλλά είναι μια εμπειρία που θα ήθελα να προσθέσω στη διαδρομή μου. Είναι ίσως το κομμάτι που λείπει από το βιογραφικό μου. 

Από εκεί και πέρα, ο δρόμος είναι ένας: να συνεχίσω να δουλεύω, να εξελίσσομαι και να αποδεικνύω καθημερινά την αξία μου ως πρώτος προπονητής». 

Αν σας ζητούσε κάποιος να περιγράψετε με μία φράση τι σας άφησε η πρώτη σας μεγάλη εμπειρία ως head coach στο εξωτερικό, τι θα λέγατε; 

«Μου άφησε πάρα πολλές εμπειρίες. Και πολλές από αυτές προέρχονται από δύσκολες καταστάσεις που αντιμετωπίζεις μέσα στη σεζόν. Παρότι εκείνες οι στιγμές είναι απαιτητικές, τελικά είναι και οι πιο διδακτικές, γιατί όταν επιστρέφεις σε αυτές μπορείς να αναλύσεις τι θα μπορούσες να είχες κάνει διαφορετικά και πώς θα μπορούσες να είχες διαχειριστεί κάποιες καταστάσεις με έναν άλλο τρόπο. 

Αυτό είναι που κρατάω περισσότερο: τις εμπειρίες που μπορούν να με βοηθήσουν να βελτιωθώ. Προσπαθώ πάντα να βλέπω κάθε κατάσταση ως μια ευκαιρία εξέλιξης, ώστε στην επόμενη πρόκληση να είμαι πιο έτοιμος, πιο ώριμος και καλύτερος στη λήψη αποφάσεων. 

Στο τέλος, αυτή είναι η αξία τέτοιων εμπειριών: όχι μόνο το αποτέλεσμα που έρχεται εκείνη τη στιγμή, αλλά όσα μαθαίνεις από τη διαδρομή».