Από τους πανηγυρισμούς για την 4η θέση της Εθνικής στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του Τορόντο μαζί με τους Παναγιώτη Φασούλα, Φάνη Χριστοδούλου

 

 

Ο Μάκης Δενδρινός έβαλε την «σφραγίδα» του στην ανοδική πορεία και την εξέλιξη του ελληνικού μπάσκετ τις τελευταίες πέντε δεκαετίες. Γεννήθηκε στις 27 Μαίου 1950 και το 1964 υπέγραψε δελτίο στον Πανιώνιο, την περίοδο που ο Θανάσης Πέππας έπαιρνε μεταγραφή για τον Παναθηναϊκό.

 

Οι φίλοι του στο σχολείο και το μπάσκετ τον φώναζαν «Βούδα» για την πολυμάθεια του και αυτό το παρατσούκλι τον ακολούθησε όλα τα επόμενα χρόνια. Στον Πανιώνιο ήταν ο συνδετικός κρίκος της γενιάς των Μοσχούδη, Μπαβέα, Παπαϊωάννου, Χειλαδάκη και των υπολοίπων παικτών του Πανιωνίου των δεκαετιών του ’50 και του ’60, με την επόμενη των Λαζαρίδη, Μίσσα, Φωτεινού, Παπαδάκη, Παύλου, Τσικίμη κ.α., που καθιέρωσε τον «Ιστορικό» στην Α’ Εθνική και τον οδήγησε στα ευρωπαϊκά σαλόνια και σε ένα τελικό Κυπέλλου. 

 

 

Ήταν αρχηγός της ομάδας των «κυανέρυθρων», που για πρώτη φορά στην ιστορία του συλλόγου προκρίθηκε σε ευρωπαϊκή διοργάνωση, στο Κύπελλο Κόρατς της σεζόν 1975-76, και την επόμενη σεζόν, 1976-77, κατέκτησε την τρίτη θέση στο Πρωτάθλημα της Α’ Εθνικής και αγωνίστηκε στον τελικό του Κυπέλλου (ήττα από τον Ολυμπιακό με 103-88).

 

Εκείνη την αγωνιστική περίοδο, 1976-77, ήταν δεύτερος σκόρερ του πρωταθλήματος της Α’ Εθνικής με 578 πόντους, πίσω από τον Βασίλη Γκούμα (670). Με ύψος 1μ.88 έπαιζε στην θέση του γκαρντ.

 

«Χωρίς γήπεδο, χρήματα και ξένους, νομίζω ότι καλά τα καταφέραμε», σχολίαζε για τον Πανιώνιο εκείνης της εποχής ο Δενδρινός.

 

Από το 1973, παράλληλα με τις υποχρεώσεις του ως παίκτης, ξεκίνησε να ασχολείται ως προπονητής αρχικά στα παιδικοεφηβικά τμήματα του Πανιωνίου και αργότερα στον Αίολο και στον Πρωτέα, τους οποίους οδήγησε στην Β’ Εθνική.

 

Το 1982 ύστερα από την επάνοδο του Πανιωνίου στην Α’ Εθνική και μετά από 18 χρόνια παρουσίας μόνο με την φανέλα του «Ιστορικού» σταμάτησε την ενεργό αγωνιστική δράση, λόγω ηλικίας και προβλημάτων τραυματισμού. Αμέσως μετά έκανε για έξι μήνες περιοδεία στις ΗΠΑ για επιμόρφωση από κορυφαίους προπονητές σε 13 πανεπιστήμια και δύο επαγγελματικές ομάδες. Μεταξύ άλλων, επισκέφθηκε τον Ντιν Σμίθ στο Νόρθ Καρολάϊνα, τον Μπόμπι Νάιτ στο Ιντιάνα, τον Ρικ Πιτίνο στο Μπόστον Γιουνιβέρσιτι κ.α.

 

Με τον Γιάννη Ιωαννίδη μετά από βράβευση του Συνδέσμου Ελλήνων Προπονητών

 

Επιστρέφοντας από τις ΗΠΑ ανέλαβε για τον δεύτερο γύρο του πρωταθλήματος της Β’ Εθνικής της σεζόν 1982-83 το Σπόρτιγκ και το καλοκαίρι του 1983 την τεχνική ηγεσία του Πανιωνίου. Μαζί με τον αείμνηστο Ανδρέα Βαρίκα και τον Παύλο Κορκίδη δημιούργησαν μια από τις ισχυρότερες ομάδες στην ιστορία του συλλόγου με αρχηγό τον «Στρατηγό» Κώστα Μίσσα, τον Δημήτρη Φωσσέ, τους νεαρούς από τα «σπλάχνα» του συλλόγου Γιώργο Γάσπαρη, Νίκο Λινάδρο, Χρήστο Μαγγίνα και τον σπουδαίο Φάνη Χριστοδούλου, που αποκτήθηκε από την Δάφνη.

 

Την τετραετία 1983-87 ο Δενδρινός ήταν παράλληλα και προπονητής της Δάφνης στο πλαίσιο της μεταγραφής του Χριστοδούλου, ενώ οδηγούσε τον Πανιώνιο στον τελικό του πρώτου Πρωταθλήματος της Α1, της σεζόν 1986-87. Στον τελικό ο Πανιώνοις ηττήθηκε με 129-81 από τον «Αυτοκράτορα» (δικής του έμπνευσης ήταν ο χαρακτηρισμός) Άρη, αλλά η δεύτερη θέση στην τελική κατάταξη και η συμμετοχή στον τελικό, είναι οι κορυφαίες διακρίσεις στην ιστορία των «κυανέρυθρων» στην Α1.

 

Το 1987 ανέλαβε την τεχνική ηγεσία του Απόλλωνα Πάτρας, την σεζόν 1988-89 οδήγησε στην Α1 το Παγκράτι, την αγωνιστική χρονιά 1989-90 κάθισε στον πάγκο του Ολυμπιακού και το 1991 ανέβασε την Δάφνη στην Α1. Ακολούθησε για δύο χρόνια (1992-94) η θητεία του ως βοηθός του Ευθύμη Κιουμουρτζόγλου στην Εθνική και ως πρώτος προπονητής στην Ελπίδων. 

 

Το 1994 λίγες ημέρες πριν την έναρξη του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος, ανέλαβε στο Τορόντο την τεχνική ηγεσία της Εθνικής ομάδας μετά την παραίτηση του Ευθύμη Κιουμουρτζόγλου και παρά την δύσκολη κατάσταση που δημιουργήθηκε είχε την πρώτη επιτυχία του με την «επίσημη αγαπημένη», την κατάκτηση της 4ης θέσης. Το 1995 οδήγησε την Εθνική στην 4η θέση του Πανευρωπαϊκού Πρωταθλήματος της Αθήνας και στην πρόκριση στους Ολυμπιακούς Αγώνες για πρώτη φορά στην σύγχρονη ιστορία της. Ολοκλήρωσε την παρουσία του στην Εθνική με την 5η θέση στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα, το 1996.

 

Δίνει οδηγίες κατά την διάρκεια τάιμ άουτ στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα

 

Επέστρεψε στον αγαπημένο του, Πανιώνιο (1997 έως τις αρχές της αγωνιστικής περιόδου 1998-99) και η τελευταία ομάδα, που ανέλαβε ως τεχνικός ήταν ο Ηρακλής (2000-01).

 

Τα επόμενα χρόνια αποσύρθηκε από το «αγριεμένο πλήθος», όπως ο ίδιος έλεγε και ανέλαβε τεχνικός σύμβουλος στις ακαδημίες των Σχολών Πλάτωνα. Το 2014 είχε εργαστεί για σύντομο χρονικό διάστημα ως τεχνικός σύμβουλος στον Κολοσσό.

 

«Το ταξίδι στον αθλητισμό είναι ωραίο και το προτείνω σε όλους», δήλωνε. «Στον αθλητισμό μαθαίνεις να κάνεις λάθη και να χάνεις». Η ακεραιότητα του χαρακτήρα του συνοψίζεται στα εξής λόγια: «Σημασία έχει όταν έρθει η ώρα να κάνεις… ταμείο, να νοιώσεις ότι δεν απεμπόλησες αρχές και συναισθήματα, ακόμα και εάν στερήθηκες καλύτερη καριέρα και χρήματα».

 

Αφήνει πίσω του σπουδαία παρακαταθήκη ως μπασκετμπολίστας, προπονητής και άνθρωπος, την σύζυγο του Χάϊδω και τους δύο γιούς που απέκτησαν μαζί, Κωνστανίνο και Αλέξανδρο.